Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Übereinkommen

Definitionen und Übersetzungen für Übereinkommen im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Übereinkommen στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Übereinkommen

συμφωνία, συνομολόγηση
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Übereinkommen

symfonía, synomológisi
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Chemiewaffenübereinkommen

Συμφωνία για τον ...

Haager Kaufrechtsübereinkommen

Συμφωνία της Χάγης ...

Luganer Gerichtsstands- und Vollstreckungsübereinkommen

Σύμβαση του Λουγκάνο ...

Übereinkommen über Aspekte des Handels mit Immaterialgüterrechten

Συμφωνία για τις ...

Übereinkommen über den Beförderungsvertrag im internationalen Straßengüterverkehr

Σύμβαση επί του ...

UN-Kaufrechtsübereinkommen

Σύμβαση των Ηνωμένων ...

σύμβαση για την διεθνή αγορά εμπορευμάτων

Übereinkommen über den ...

Σύμβαση επί του Συμβολαίου για τη διεθνή μεταφορά εμπορευμάτων οδικώς

Übereinkommen über den ...

Σύμβαση του Λουγκάνο για τη δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων

Luganer Gerichtsstands- und ...

Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών περί των διεθνών πωλήσεων

UN-Kaufrechtsübereinkommen ...

Συμφωνία για τις συγγενείς με το Εμπόριο Πτυχές των Δικαιωμάτων Διανοητικής Ιδιοκτησίας

Übereinkommen über Aspekte ...

Συμφωνία για τον περιορισμό των χημικών όπλων

Chemiewaffenübereinkommen ...

συμφωνία ή πολημερής διεθνής σύμβαση

Übereinkommen ...

Συμφωνία της Χάγης για το δίκαιο αγοράς

Haager Kaufrechtsübereinkommen ...

συμφωνώ

abmachen, abreden, absprechen, ...

συνομολόγηση

Übereinkommen, Zusicherung ...

συνομολογώ

kontrahieren, übereinkommen, vereinbaren ...
Zurück / Πίσω