Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

ächten

Definitionen und Übersetzungen für ächten im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για ächten στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

ächten

αποβάλλω, εξορίζω, προγράφω
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

ächten

apovállo, exorízo, prográfo
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Attest

βεβαίωση (Bescheinigung, Bestätigung), ...

beachten

τηρώ, λαμβάνω υπόψη ...

beobachten

παρατηρώ ...

betrachten

παρατηρώ ...

erbbiologisches Gutachten

κληρονομικοβιολογική πραγματογνωμοσύνη ...

Gutachten

γνωμοδότηση, γνωμάτευση ...

Halten

Substantiv: κατοχή (Besitz), ...

Hilfsgutachten

βοηθητική γνωμάτευση ...

missachten

περιφρονώ, αγνοώ ...

pachten

μισθώνω προσοδοφόρο πράγμα, ...

Rechtsgutachten

νομική γνωμοδότηση ...

Sachverstandigengutachten

έκθεση πραγματογνωμοσύνης ...

trachten

προσπαθώ, επιδιώκω ...

Vaterschaftsgutachten

πραγματογνωμοσύνη για την ...

verfrachten

φορτώνω, μεταφέρω ...

verpachten

εκπακτώνω, εκμισθώνω ...

Weihnachten

Χριστούγεννα ...

αθετώ

ausbleiben, missachten ...

αποβάλλω

ächten ...

βοηθητική γνωμάτευση

Hilfsgutachten ...

βουλευμα

Gutachten, vorgerichtlicher Beschluss ...

γνωμάτευση

Gutachten ...

γνωμοδότηση

Gutachten ...

έκθεση πραγματογνωμοσύνης

Sachverstandigengutachten ...

εκμισθώνω

vermieten, verpachten ...

εκπακτώνω

verpachten ...

εκτιμώ

einsch?tzen, kalkulieren, schätzen, ...

εξορίζω

ächten, exilieren, verbannen ...

επιδιώκω

trachten, verfolgen ...

ιατρική γνωμάτευση

ärztliches Attest, ärztliches ...

κληρονομικοβιολογική πραγματογνωμοσύνη

erbbiologisches Gutachten ...

λαμβάνω υπόψη

beachten, berücksichtigen ...

μεριμνώ

achten, sorgen, Sorge ...

μεταφέρω

befördern, transferieren, transportieren, ...

μισθώνω προσοδοφόρο πράγμα

pachten ...

νομική γνωμοδότηση

Rechtsgutachten ...

πακτώνω

pachten ...

παρατηρώ

ansehen, beobachten, betrachten, ...

περιφρονώ

missachten ...

πραγματογνωμοσύνη για την αναγνώριση της πατρότητας

Vaterschaftsgutachten ...

προγράφω

ächten ...

προσέχω

beobachten, berücksichtigen ...

προσπαθώ

trachten, versuchen ...

σέβομαι

achten, respektieren ...

τηρώ

beachten, befolgen, einhalten, ...

φορτώνω

laden, aufladen, verfrachten, ...

φροντίζω

achten, besorgen, pflegen, ...

Χριστούγεννα

Weihnachten ...
Zurück / Πίσω