Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

έχω

Definitionen und Übersetzungen für έχω im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για έχω στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

έχω

haben
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

écho

haben
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

abstehen

απέχω ...

alleinvertretungsberechtigt

ο έχων δικαίωμα ...

Anteilseigner

μέτοχος, εταίρος, ο ...

approbieren

παρέχω άδεια άσκησης ...

auswirken

ενεργώ, έχω επίπτωση ...

baldig

(Adv.) προσεχώς, κοντινά ...

Bauleiter

έχων τη διεύθυνση ...

beabsichtigen

αποσκοπώ, σκοπώ, σκοπεύω, ...

beherbergen

παρέχω στέγη ...

beherrschen

κατέχω ...

berücksichtigen

έχω / παίρνω ...

besitzen

νέμομαι, κατέχω ...

besonders

ιδίως, ιδία, κυρίως, ...

beteiligen

συμμετέχω ...

Beteiligter

συμμετέχων ...

bevorrechtigen

παρέχω προνόμιο, παρέχω ...

dispensieren

παρέχω άδεια, επιτρέπω ...

distinguieren

διακρίνω, ξεχωρίζω ...

einräumen

παρέχω, παραχωρώ ...

enthalten

περιέχω, απέχω ...

entscheidungsunfähiger Geschworener

ένορκος μη έχων ...

fassen

διατυπώνω, λαμβάνω, περιέχω ...

fortgesetzt

συνεχώς, αδιακόπως ...

gewähren

χορηγώ, παρέχω ...

hilfeleisten

παρέχω βοήθεια ...

immun

έχων ανοσία ...

innehaben

κατέχω, εξουσιάζω ...

Jehovas Zeugen

Μάρτυρες του Ιεχωβά ...

konkurrieren

ανταγωνίζομαι, συντρέχω ...

laufen

τρέχω, ισχύω ...

leisten

παρέχω, καταβάλλω, εκτελώ, ...

Leistender

παρέχων ...

lizensieren

παρέχω άδεια ...

lombardieren

παρέχω δάνειο με ...

nachschlagen

ανατρέχω σε βιβλίο, ...

privilegieren

παρέχω προνόμιο, παρέχω ...

rechtsfähig

(Adj.) ικανός δικαίου, ...

regnen

βρέχω ...

rennen

τρέχω ...

skontieren

παρέχω έκπτωση ...

ständig

διαρκής, μόνιμος, συνεχώς ...

teilnehmen

συμμετέχω ...

Teilnehmer

συμμετέχων, συμμέτοχος ...

Typenverschmelzungsvertrag

σύμβαση στην οποία ...

überlegen

Verb: σκέπτομαι, συλλογίζομαι, ...

unerheblich

ασήμαντος, επουσιώδης, μη ...

Unterbeteiligung

υποστελέχωση, έλλειψη προσωπικού ...

Verfahrensbeteiligter

συμμετέχων στη διαδικασία ...

Volljurist

νομικός έχων τα ...

wahlberechtigt

έχων εκλογικό δικαίωμα, ...

weisen

οδηγώ, παρέχω οδηγίες ...

Zeuge Jehovas

Μάρτυρας του Ιεχωβά ...

Zeugen Jehovas

Μάρτυρες του Ιεχωβά ...

zulassen

κάνω δεκτό, παρέχω ...

zuwenden

παρέχω, προσπορίζω, δαπανώ ...

ανατρέχω σε βιβλίο

nachschlagen ...

απέχω

abstehen, enthalten ...

βρέχω

beregnen, regnen ...

έχω έλλειψη εμπιστοσύνης

misstrauen ...

έχω επίπτωση

auswirken ...

έχων ανοσία

immun ...

έχων εκλογικό δικαίωμα

wahlberechtigt ...

έχων τη διεύθυνση του έργου

Bauleiter ...

κατέχω

beherrschen, besitzen, innehaben ...

Μάρτυρες του Ιεχωβά

Zeugen Jehovas ...

νομικός έχων τα προσόντα διορισμού του ως δικαστής

Volljurist ...

ξεχωρίζω

distinguieren, sich unterscheiden, ...

παρέχω

einräumen, gewähren, leisten, ...

παρέχω άδεια

dispensieren, lizensieren, zulassen ...

παρέχω άδεια άσκησης επαγγέλματος

approbieren ...

παρέχω βοήθεια

hilfeleisten ...

παρέχω δάνειο με ενέχυρο

lombardieren ...

παρέχω έκπτωση

skontieren ...

παρέχω οδηγίες

weisen ...

παρέχω προνόμια σε κάποιον

privilegieren, bevorrechtigen ...

παρέχω προνόμιο

privilegieren, bevorrechtigen ...

παρέχω στέγη

beherbergen ...

παρέχων

Leistender ...

περιέχω

enthalten (V.), fassen ...

προσέχω

beobachten, berücksichtigen ...

σύμβαση στην οποία όλα τα ξεχωριστά τυπογραφικά στοιχεία είναι ενωμένα

Typenverschmelzungsvertrag ...

συμμετέχω

beteiligen, teilnehmen ...

συμμετέχων

Beteiligter, Teilnehmer ...

συμμετέχων στη διαδικασία

Verfahrensbeteiligter ...

συνεχώς

fortgesetzt, ständig ...

συντρέχω

konkurrieren ...

συντρέχων

konkurrierend ...

τρέχω

laufen ...

υπερέχων

überlegen (Adj.) ...

υποστελέχωση

Unterbeteiligung ...
Zurück / Πίσω