Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

αίρεση

Definitionen und Übersetzungen für αίρεση im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για αίρεση στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

αίρεση

Bedingung, Häresie, Ketzerei, Religionsgesellschaft, Sekte
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

äresi

Bedingung, Häresie, Ketzerei, Religionsgesellschaft, Sekte
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Ablehnung

απόρρυψη (Zurückweisung), άρνηση ...

Ablehnungsantrag

αίτηση εξαίρεσης ...

Abnahme

λήψη, αποδοχή, παραλαβή, ...

Abrechnung

εκκαθάριση, αφαίρεση, έκπτωση, ...

absoluter Revisionsgrund

απόλυτος λόγος αναίρεσης ...

Abstraktion

αφαίρεση ...

Abstraktionsprinzip

αρχή της αφαίρεσης ...

Abzug

έκπτωση, κράτηση, αφαίρεση ...

Anschlussrevision

ανταναίρεση ...

auflösende Bedingung

διαλυτική αίρεση ...

aufschiebende Bedingung

αναβλητική αίρεση ...

Ausbürgerung

αφαίρεση της ιθαγένειας ...

Ausnahme

εξαίρεση ...

bedingt

υπό αίρεση ...

bedingte Schuldfähigkeit

ικανότητα καταλογισμού υπό ...

Bedingung

αίρεση, όρος, συνθήκη ...

bedingungsfeindlich

ανεπίδεκτος αίρεσης ...

Bedingungsfeindlichkeit

ανεπίδεκτο αίρεσης ...

Degradierung

καθαίρεση ...

Dispens

άδεια, άδεια κατ' ...

dispensieren

παρέχω άδεια, επιτρέπω ...

Division

διαίρεση (Teilung), μεραρχία ...

Entnahme

απόληψη, αφαίρεση ...

Entwendung

παράνομη αφαίρεση, κλοπή ...

Entziehung

αφαίρεση, ανάκληση ...

Entzug

αφαίρεση, κατάργηση ...

Freiheitsentziehung

αφαίρεση της ελευθερίας ...

Freiheitsentzug

αφαίρεση της ελευθερίας, ...

Gebrauchsentwendung

υπεξαίρεση χρήσης ...

Häresie

αίρεση ...

Intention

πρόθεση, προαίρεση, σκοπός ...

Kassation

αναίρεση ...

Kaufoption

προαίρεση αγοράς ...

Ketzerei

αίρεση ...

Nichtzulassungsbeschwerde

προσφυγή για μη ...

Option

επιλογή, προαίρεση ...

Pfandkehr

παράνομη αφαίρεση κατασχεμένου ...

Prozessstandschaft

νομιμοποίηση κατ' εξαίρεση ...

Prozesstandschaft

κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση, ...

Religionsgesellschaft

θρησκευτική εταιρία, αίρεση ...

Resolutivbedingung

διαλυτική αίρεση ...

revisibel

υποκείμενος σε αναίρεση ...

Revision

αναίρεση, αναθεώρηση, επανεξέταση ...

Revisionsgrund

λόγος αναίρεσης ...

Sekte

αίρεση ...

Sprungrevision

αναίρεση κατά παρέκβαση ...

Suspensivbedingung

αναβλητική αίρεση ...

Teilung

διαίρεση, μερισμός, διανομή ...

unbedingt

χωρίς αίρεση, ανεπιφύλακτος, ...

Unterschlagung

υπεξαίρεση ...

Unterschlagung öffentlicher Gelder

υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος ...

Veruntreuung

υπεξαίρεση, απιστία ...

Wegnahme

αφαίρεση ...

Wegnahmerecht

δικαίωμα αφαίρεσης ...

άδεια κατ' εξαίρεση

Dispens ...

αίτηση εξαίρεσης

Ablehnungsantrag (Gericht) ...

αναβλητική αίρεση

aufschiebende Bedingung, Suspensivbedingung ...

αναίρεση

Kassation, Revision ...

αναίρεση κατά παρέκβαση του δεύτερου βαθμού

Sprungrevision ...

ανεπίδεκτο αίρεσης

Bedingungsfeindlichkeit ...

ανεπίδεκτος αίρεσης

bedingungsfeindlich ...

ανταναίρεση

Anschlussrevision ...

απόλυτος λόγος αναίρεσης

absoluter Revisionsgrund ...

αρχή της αφαίρεσης

Abstraktionsprinzip ...

αφαίρεση

Abnahme, Abrechnung, Abstraktion, ...

αφαίρεση της ελευθερίας

Entziehung der Freiheit, ...

αφαίρεση της ιθαγένειας

Ausbürgerung ...

διαίρεση

Division, Teilung ...

διαλυτική αίρεση

auflösende Bedingung ...

δικαίωμα αφαίρεσης

Wegnahmerecht ...

εξαίρεση

Ablehnung, Ausnahme ...

επιτρέπω την εξαίρεση

dispensieren, die Ausnahme ...

ικανότητα καταλογισμού υπό αίρεση

bedingte Schuldfähigkeit ...

καθαίρεση

Degradierung ...

λόγος αναίρεσης

Revisionsgrund ...

νομιμοποίηση κατ' εξαίρεση

Prozessstandschaft ...

παράνομη αφαίρεση

Entwendung ...

παράνομη αφαίρεση κατασχεμένου πράγματος

Pfandkehr ...

προαίρεση

Option ...

προαίρεση αγοράς

Kaufoption ...

προσφυγή για μη επίτρεψη αναίρεσης

Nichtzulassungsbeschwerde ...

υπεξαίρεση

Unterschlagung, Veruntreuung ...

υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος

Unterschlagung öffentlicher Gelder ...

υπεξαίρεση χρήσης

Gebrauchsentwendung ...

υπό αίρεση

bedingt ...

υποκείμενος σε αναίρεση

revisibel ...

χωρίς αίρεση

unbedingt ...
Zurück / Πίσω