Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

αθετώ

Definitionen und Übersetzungen für αθετώ im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για αθετώ στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

αθετώ

ausbleiben, missachten
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

athetó

ausbleiben, missachten
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

abgeben

καταθέτω, υποβάλλω, διατυπώνω ...

angeben

δηλώνω, παραθέτω, ορίζω ...

anvertrauen

αναθέτω, εμπιστεύομαι ...

anzeigen

υποβάλλω / καταθέτω ...

auftragen

αναθέτω κάτι σε ...

aussagen

καταθέτω ...

beauftragen

αναθέτω ...

deponieren

αποθέτω, καταθέτω, παρακαταθέτω, ...

disponieren

διαθέτω, διακανονίζω ...

einreichen

καταθέτω, υποβάλλω, παραδίδω ...

gegenüberstellen

αντιπαραθέτω, αντιτάσσω ...

hausieren

διαθέτω εμπόρευμα από ...

hinterlegen

καταθέτω, παρακαταθέτω ...

niederlegen

παραιτούμαι, σταματώ, καταθέτω ...

platzieren

διαθέτω μετοχές με ...

testieren

διαθέτω, πιστοποιώ ...

überantworten

αναθέτω, παραδίδω, διαβιβάζω ...

umsetzen

μετατρέπω, μεταθέτω ...

Veräußerer

εκποιών, μεταβιβάζων, διαθέτων, ...

veräußern

απαλλοτριώνω, διαθέτω, εκποιώ ...

verfügen

διαθέτω, διατάσσω ...

vergeben

διαθέτω, αναθέτω, συγχωρώ ...

verschieben

μεταθέτω, αναβάλλω, μετατοπίζω ...

versetzen

μεταθέτω ...

zeugen

μαρτυρώ (bezeugen), καταθέτω ...

zitieren

παραθέτω, παραπέμπω, κλητεύω ...

αναθέτω

antragen, anvertrauen, beauftragen, ...

αναθέτω κάτι σε κάποιον

jemandem etwas antragen ...

αντιπαραθέτω

gegenüberstellen ...

διαθέτω

disponieren, testieren, veräußern, ...

διαθέτω εμπόρευμα από σπίτι σε σπίτι

hausieren ...

διαθέτω μετοχές με δημόσια εγγραφή

platzieren ...

διαθέτων

Veräußerer ...

καταθέτω

aussagen, vortragen, zu ...

καταθέτω ως μάρτυρας

zeugen ...

μεταθέτω

umpositionieren, umsetzen, verschieben, ...

παραθέτω

angeben, zitieren ...

παρακαταθέτω

deponieren, hinterlegen ...
Zurück / Πίσω