Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

ασκώ

Definitionen und Übersetzungen für ασκώ im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για ασκώ στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

ασκώ

ausüben, betreiben, einlegen, erheben, geltendmachen, praktizieren, treiben, üben
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

askó

ausüben, betreiben, einlegen, erheben, geltendmachen, praktizieren, treiben, üben
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

amtieren

ασκώ δημόσιο λειτούργημα, ...

ausüben

εξασκώ, ασκώ ...

bejahen

καταφάσκω ...

belehren

διδάσκω, ενημερώνω ...

Berufungskläger

εκκαλών, εφεσείων, ασκών ...

betreiben

ασκώ ...

Dozent

διδάσκων σε ανώτατη ...

dozieren

διδάσκω ...

einlegen

ασκώ ...

erheben

ασκώ, εγείρω, εισπράττω, ...

geltendmachen

ασκώ, επικαλούμαι, προβάλλω ...

gewerbetreibend

ασκών επάγγελμα, ασκών ...

Glasgow

Γλασκώβη ...

instruieren

διδάσκω, εκπαιδεύω ...

klagen

ασκώ αγωγή, ενάγω ...

klagen (gegen jmd.)

ασκώ αγωγή (κατά/εναντίον ...

lehren

διδάσκω ...

praktizieren

ασκώ ...

reklamieren

παραπονούμαι, διαμαρτύρομαι, ασκώ ...

schulen

διδάσκω, εκπαιδεύω, γυμνάζω ...

treiben

ασκώ, καταγίνομαι ...

üben

ασκώ, εξασκώ, γυμνάζω ...

unterrichten

διδάσκω, γνωστοποιώ ...

ασκώ αγωγή

klagen ...

ασκώ δημόσιο λειτούργημα

amtieren ...

ασκών επάγγελμα

gewerbetreibend ...

ασκών επιτήδευμα

gewerbetreibend ...

Γλασκώβη

Glasgow ...

διδάσκω

belehren, dozieren, instruieren, ...

διδάσκων σε ανώτατη σχολή

Dozent ...

εξασκώ

ausüben, üben ...

καταφάσκω

bejahen ...
Zurück / Πίσω