Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

βάζω

Definitionen und Übersetzungen für βάζω im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για βάζω στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

βάζω

stecken
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

vázo

stecken
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

abführen

αποδίδω / αποδίνω ...

abtreten

εκχωρώ, μεταβιβάζω ...

anheben

ανεβάζω, αυξάνω ...

anlanden

αποβιβάζω, προσγειώνομαι, προσχώνομαι ...

auflassen

μεταβιβάζω την κυριότητα ...

begeben

διαπραγματεύομαι, εκδίδω, μεταβιβάζω ...

betagen

βάζω προθεσμία ...

degradieren

υποβιβάζω, καθαιρώ ...

herabsetzen

μειώνω, υποβιβάζω, κατεβάζω ...

lesen

διαβάζω ...

schichten

στοιβάζω ...

setzen

βάζω, κάθομαι ...

Sicherungsgeber

ασφαλειοδότης, οφειλέτης-μεταβιβάζων, εγγυοδότης ...

stauen

στοιβάζω ...

stecken

τοποθετώ, βάζω ...

transferieren

μεταβιβάζω, μεταφέρω ...

überantworten

αναθέτω, παραδίδω, διαβιβάζω ...

Überbringerin

κομίστρια übereignen μεταβιβάζω ...

übereignen

μεταβιβάζω ...

Überlegung

σκέψη, συλλογισμός überleiten ...

überschreiben

επιγράφω, μεταβιβάζω συμβολαιογραφικά ...

übertragen

μεταβιβάζω, μεταφέρω ...

Veräußerer

εκποιών, μεταβιβάζων, διαθέτων, ...

verlesen

διαβάζω ...

vorlesen

διαβάζω μεγαλόφωνα ...

weitergeben

προωθώ, μεταβιβάζω περαιτέρω ...

zedieren

εκχωρώ, μεταβιβάζω ...

zuschreiben

προσκυρώνω, προσδίδω, μεταβιβάζω ...

ανεβάζω

anheben ...

αποβιβάζω

anlanden ...

βάζω προθεσμία

betagen, eine Frist ...

βάζω υποψηφιότητα

kandidieren ...

διαβάζω

lesen, verlesen ...

διαβάζω μεγαλόφωνα

laut vorlesen ...

διαβιβάζω

überantworten ...

εμβάζω

überweisen ...

κατεβάζω

herabsetzen ...

μεταβιβάζω

abtreten, begeben (V.), ...

μεταβιβάζω ακίνητο

eine Immobilie übtertragen ...

μεταβιβάζω κυριότητα

Eigentum übertragen, übereignen ...

μεταβιβάζω περαιτέρω

weitergeben ...

μεταβιβάζω συμβολαιογραφικά την κυριότητα πράγματος

das Eigentum an ...

μεταβιβάζω την κυριότητα ακινήτου

auflassen, das Eigentum ...

μεταβιβάζων

Überschreibender, Veräußerer ...

στοιβάζω

stauen, schichten ...

υποβιβάζω

degradieren, herabsetzen ...
Zurück / Πίσω