Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

βάσιμο

Definitionen und Übersetzungen für βάσιμο im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για βάσιμο στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

βάσιμο

Begründetheit
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

vásimo

Begründetheit
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Abtretbarkeit

το εκχωρήσιμο, το ...

Begründetheit

βάσιμο ...

gegenstandslos

άνευ αντικειμένου, αβάσιμος ...

Gegenstandslosigkeit

αβασιμότητα ...

gültig

έγκυρος, ισχυρός, ισχύων, ...

schlüssig

βάσιμος, νομικά βάσιμος, ...

Schlüssigkeit

νομική βασιμότητα ...

substantiiert

(Adj.) επαρκώς προσδιορισμένος, ...

übertragbar

μεταβιβάσιμος, εκχωρήσιμος ...

unbegründet

αβάσιμος, αναιτιολόγητος ...

unschlüssig

νόμω αβάσιμος, αναποφάσιστος, ...

Unschlüssigkeit

νομική αβασιμότητα (rechtliche ...

unsubstantiiert

νόμω αβάσιμο ...

zedierbar

εκχωρητός, εκχωρήσιμος, μεταβιβάσιμος, ...

αβάσιμος

gegenstandslos, unbegründet ...

αβασιμότητα

Gegenstandslosigkeit ...

βάσιμος

schlüssig ...

βασιμότητα

Begründetheit ...

μεταβιβάσιμος

übertragbar ...

νομικά βάσιμος

schlüssig ...

νομική βασιμότητα

rechtliche Schlüssigkeit ...

νόμω αβάσιμο

unsubstantiiert ...
Zurück / Πίσω