Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

διακανονίζω

Definitionen und Übersetzungen für διακανονίζω im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για διακανονίζω στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

διακανονίζω

abfertigen, abrechnen, abwickeln, disponieren, einrichten, schlichten, verrechnen
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

diakanonízo

abfertigen, abrechnen, abwickeln, disponieren, einrichten, schlichten, verrechnen
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

abfertigen

διακανονίζω, διεκπεραιώνω, εκτελωνίζω ...

abgelten

αποζημιώνω (entschädigen), αποκαθιστώ ...

abrechnen

διακανονίζω, εκκαθαρίζω, αφαιρώ, ...

abwickeln

διεξάγω, εκκαθαρίζω, διακανονίζω ...

disponieren

διαθέτω, διακανονίζω ...

einrichten

διακανονίζω, ιδρύω, εγκαθιστώ ...

schlichten

διευθετώ, διακανονίζω ...

verrechnen

υπολογίζω, λογαριάζω, διακανονίζω ...
Zurück / Πίσω