Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

διεξάγω

Definitionen und Übersetzungen für διεξάγω im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για διεξάγω στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

διεξάγω

abwickeln, durchführen, operieren, vermitteln
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

diexágo

abwickeln, durchführen, operieren, vermitteln
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

abhalten

1. εμποδίζω (behindern, ...

abwickeln

διεξάγω, εκκαθαρίζω, διακανονίζω ...

Abwicklung

διεξαγωγή, εκκαθάριση, διακανονισμός ...

Anstiftung zu grundloser Prozessführung

υποκίνηση για διεξαγωγή ...

Ausforschungsbeweisantrag

αίτηση προς διεξαγωγή ...

Ausführung

εκτέλεση, διεξαγωγή ...

Beweisantrag

αίτηση για διεξαγωγή ...

Beweisaufnahme

διεξαγωγή απόδειξης ...

Beweiserhebung

διεξαγωγή απόδειξης ...

Beweiserhebungsverbot

απαγόρευση διεξαγωγής απόδειξης ...

Beweisführung

διεξαγωγή απόδειξης ...

durchführen

διεξάγω, εκτελώ, εφαρμόζω ...

Durchführung

διεξαγωγή, εκτέλεση, εφαρμογή ...

Führung

ηγεσία, διοίκηση, διεξαγωγή, ...

Geschäftsbesorgung

διεξαγωγή υποθέσεων ...

Geschäftsbesorgungsvertrag

σύμβαση διεξαγωγής υποθέσεων ...

operieren

χειρουργώ, ενεργώ, διεξάγω ...

Prozessführung

διεξαγωγή (της) δίκης ...

prozessieren

διεξάγω δίκη ...

schikanöse Prozessführung

διεξαγωγή δίκης κατά ...

vermitteln

διαμεσολαβώ, διεξάγω ...

αίτηση για διεξαγωγή απόδειξης

Beweisantrag ...

αίτηση προς διεξαγωγή αποδείξεων

Ausforschungsbeweisantrag, Beweisführungsantrag ...

απαγόρευση διεξαγωγής απόδειξης

Beweiserhebungsverbot ...

διεξάγω δίκη

prozessieren ...

διεξαγωγή

Abwicklung, Ausführung, Durchführung, ...

διεξαγωγή απόδειξης

Beweisaufnahme, Beweiserhebung, Beweisführung ...

διεξαγωγή δίκης κατά ραδιούργο τρόπο

schikanöse Prozessführung ...

διεξαγωγή της δίκης

Prozessführung ...

διεξαγωγή υποθέσεων

Geschäftsbesorgung ...

σύμβαση διεξαγωγής υποθέσεων

Geschäftsbesorgungsvertrag ...

σύμβαση διεξαγωγής υποθέσεων άλλου

Geschäftsbesorgungsvertrag ...

υποκίνηση για διεξαγωγή δίκης άνευ λόγου

Anstiftung zu grundloser ...
Zurück / Πίσω