Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

διορίζω

Definitionen und Übersetzungen für διορίζω im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για διορίζω στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

διορίζω

anstellen, beiordnen, bestallen, bestellen, einsetzen, ernennen, nominieren
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

diorízo

anstellen, beiordnen, bestallen, bestellen, einsetzen, ernennen, nominieren
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

anberaumen

προσδιορίζω ...

anstellen

διορίζω, προσλαμβάνω ...

beiordnen

διορίζω, προσαρτώ ...

bestallen

διορίζω ...

bestellen

διορίζω, παραγγέλλω ...

designieren

ορίζω, προσδιορίζω, καθορίζω ...

einsetzen

συγκροτώ, υποστηρίζω, διορίζω, ...

ermitteln

εξακριβώνω, προσδιορίζω ...

ernennen

διορίζω ...

festsetzen

καθορίζω, προσδιορίζω ...

nominieren

αναδεικνύω, ονομάζω, διορίζω ...

προσδιορίζω

anberaumen, designieren, ermitteln, ...
Zurück / Πίσω