Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

εισπράττω

Definitionen und Übersetzungen für εισπράττω im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για εισπράττω στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

εισπράττω

abheben, beitreiben, einnehmen, eintreiben, einziehen, erheben, kassieren
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

isprátto

abheben, beitreiben, einnehmen, eintreiben, einziehen, erheben, kassieren
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

abheben

αναλαμβάνω χρήματα από ...

beitreiben

εισπράττω ...

einkassieren

εισπράττω ...

einnehmen

εισπράττω, καταλαμβάνω ...

eintreiben

εισπράττω ...

einziehen

εισπράττω, αποσύρω, δημεύω ...

erheben

ασκώ, εγείρω, εισπράττω, ...

kassieren

εισπράττω ...

nachnehmen

εισπράττω την αντικαταβολή ...

εισπράττω την αντικαταβολή

nachnehmen ...
Zurück / Πίσω