Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

εισφορά

Definitionen und Übersetzungen für εισφορά im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για εισφορά στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

εισφορά

Abgabe, Abschöpfung, Beitrag, Dotation, Einbringung, Kontribution, Umlage
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

isforá

Abgabe, Abschöpfung, Beitrag, Dotation, Einbringung, Kontribution, Umlage
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Abgabe

φόρος, δασμός, εισφορά, ...

Abschöpfung

εισφορά, απορρόφηση ...

Arbeitslosenversicherungsbeitrag

υποχρεωτική εισφορά εργαζομένων ...

Ausfallhaftung

ευθύνη για καταβολή ...

Ausgleichsabgabe

εξισωτική εισφορά ...

Bareinlage

εισφορά σε χρήμα ...

Beitrag

εισφορά, συνεισφορά ...

Beitragsleistung

πληρωμή της ασφαλιστικής ...

Beitragspflicht

υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικής ...

Beitragspflichtiger

υπόχρεος καταβολής ασφαλιστικής ...

Deckungsbeitragsrechnung

υπολογισμός περιθωρίου συνεισφοράς ...

Dotation

εισφορά, προικοδότηση ...

Einbringung

κατάθεση, υποβολή, εισφορά ...

Gesellschaftseinlage

εταιρική εισφορά ...

Gesellschaftssteuer

φόρος εταιρικής εισφοράς ...

Kapitalbeitrag

εισφορά κεφαλαίου ...

Kapitaleinlage

εισφορά κεφαλαίου ...

Kollation

συνεισφορά, αντιπαραβολή, απονομή ...

Kommanditeinlage

εισφορά ετερόρρυθμου εταίρου ...

Kontribution

εισφορά, συνεισφορά ...

Kostendeckungsbeitrag

περιθώριο συνεισφοράς ...

nachschießen

καταβάλλω συμπληρωματική εισφορά ...

Nachschusspflicht

(Handelsrecht) υποχρέωση καταβολής ...

Nachschussverpflichtung

υποχρέωση πρόσθετης εισφοράς ...

Pflichtbeitrag

υποχρεωτική εισφορά κοινωνικής ...

Sacheinlage

εισφορά είδους ...

Solidaritätsbeitrag

συνεισφορά αλληλεγγύης ...

Sozialversicherungsbeitrag

κοινωνική εισφορά, εισφορά ...

Stammeinlage

εταιρική εισφορά, μερίδα ...

Umlage

εισφορά, κατανομή, επιμερισμός ...

Versicherungsbeitrag

ασφαλιστική εισφορά ...

ασφαλιστική εισφορά

Versicherungsbeitrag ...

εισφορά είδους

Sacheinlage ...

εισφορά ετερόρρυθμου εταίρου

Kommanditeinlage ...

εισφορά κεφαλαίου

Kapitalbeitrag, Kapitaleinlage ...

εισφορά κοινωνικής ασφάλισης

Sozialversicherungsbeitrag ...

εισφορά σε είδος

Sacheinlage ...

εισφορά σε χρήμα

Bareinlage ...

εξισωτική εισφορά

Ausgleichsabgabe ...

εταιρική εισφορά

Gesellschaftseinlage ...

ευθύνη για καταβολή εταιρικής εισφοράς άλλου

Ausfallhaftung ...

καταβάλλω συμπληρωματική εισφορά

nachschießen (> Gesellschaftsrecht) ...

κοινωνική εισφορά

Sozialversicherungsbeitrag ...

περιθώριο συνεισφοράς

Kostendeckungsbeitrag ...

πληρωμή της ασφαλιστικής εισφοράς

Beitragsleistung ...

συνεισφορά

Erbrecht: Ausgleichung, Ausgleichungspflicht ...

συνεισφορά αλληλεγγύης

Solidaritätsbeitrag ...

συνεισφορά στα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης

Sozialversicherungsbeitrag ...

υπολογισμός περιθωρίου συνεισφοράς

Deckungsbeitragsrechnung ...

υπόχρεος καταβολής ασφαλιστικής εισφοράς

Beitragspflichtiger ...

υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικής εισφοράς

Beitragspflicht ...

υποχρεωτική εισφορά εργαζομένων στο Ταμείο Ανεργίας

Arbeitslosenversicherungsbeitrag ...

υποχρεωτική εισφορά κοινωνικής ασφάλισης

Pflichtbeitrag ...

φόρος εταιρικής εισφοράς

Gesellschaftssteuer ...
Zurück / Πίσω