Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

εξάρτηση

Definitionen und Übersetzungen für εξάρτηση im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για εξάρτηση στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

εξάρτηση

Abhängigkeit, Akzessorietät, Sucht
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

exártisi

Abhängigkeit, Akzessorietät, Sucht
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Abhängigkeit

εξάρτηση ...

Abhängigkeitsverhältnis

σχέση εξάρτησης ...

Akzessorietät

παρακολουθηματικός χαρακτήρας, εξάρτηση ...

limitierte Akzessorität

περιορισμένη εξάρτηση ...

Organschaft

εξάρτηση νομικού προσώπου ...

Sucht

εξάρτηση, εθισμός ...

εξάρτηση νομικού προσώπου από άλλη επιχείρηση

Organschaft ...

περιορισμένη εξάρτηση

limitierte Akzessorität ...

σχέση εξάρτησης

Abhängigkeitsverhältnis ...
Zurück / Πίσω