Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

επιβάλλω

Definitionen und Übersetzungen für επιβάλλω im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για επιβάλλω στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

επιβάλλω

auferlegen, auflegen, erheben, gebieten, oktroieren, verhängen
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

epivállo

auferlegen, auflegen, erheben, gebieten, oktroieren, verhängen
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

auferlegen

επιβάλλω ...

auflegen

εκδίδω, επιβάλλω, επιθέτω ...

erheben

ασκώ, εγείρω, εισπράττω, ...

gebieten

επιβάλλω ...

kontingentieren

επιβάλλω ποσόστωση ...

oktroieren

επιβάλλω, επιτάσσω ...

verhängen

επιβάλλω ...

verurteilen

καταδικάζω, επιβάλλω ποινή ...

επιβάλλω ποινή

verurteilen ...

επιβάλλω ποσόστωση

kontingentieren ...
Zurück / Πίσω