Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

θέρος

Definitionen und Übersetzungen für θέρος im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για θέρος στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

θέρος

Sommer
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

théros

Sommer
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

fes

σταθερός, στερεός, μόνιμος ...

fix

σταθερός, πάγιος ...

franko

ελεύθερος ταχυδρομικών τελών, ...

freihändig

ελεύθερος ...

freiheitlich

φιλελεύθερος ...

freistehen

είναι ελεύθερος, είμαι ...

Freizeit

ελεύθερος χρόνος ...

gesetzesfrei

ελεύθερος νόμου ...

konstanter Abschreibungssatz

σταθερός συντελεστής αποσβέσεων ...

lastenfrei

ελεύθερος βαρών, ελεύθερος ...

liberal

φιλελεύθερος ...

Liberaler

φιλελεύθερος ...

schuldenfrei

χωρίς χρέη, ελεύθερος ...

Schwiegerelter

πεθερός ή πεθερά ...

Schwiegervater

πεθερός ...

Schwippschwager

συμπέθερος ...

selbständig

ανεξάρτητος (unabhängig, αυτοαπασχολούμενος ...

Sommer

καλοκαίρι, θέρος ...

stabil

σταθερός ...

Standardsteuersatz

σταθερός συντελεστής φόρου ...

zollfrei

αδασμολόγητος, ελεύθερος δασμών ...

είναι ελεύθερος

frei sein, freistehen ...

ελεύθερος

frei, freihändig ...

ελεύθερος βαρών

lastenfrei ...

ελεύθερος δασμών

zollfrei ...

ελεύθερος μεταφορικών

franko ...

ελεύθερος νόμου

gesetzesfrei ...

ελεύθερος ταχυδρομικών τελών

franko ...

ελεύθερος υποθηκών

lastenfrei ...

ελεύθερος χρεών

schuldenfrei ...

ελεύθερος χρόνος

Freizeit ...

πεθερός

Schwiegervater ...

πεθερός ή πεθερά

Schwiegervater oder Schwiegermutter, ...

σταθερός

fest, fix, stabil ...

σταθερός συντελεστής αποσβέσεων

konstanter Abschreibungssatz ...

σταθερός συντελεστής φόρου

Standardsteuersatz ...

συμπέθερος

Schwippschwager ...

φιλελεύθερος

Liberaler ...
Zurück / Πίσω