Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

θεία

Definitionen und Übersetzungen für θεία im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για θεία στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

θεία

Tante
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

thía

Tante
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Amtsverschwiegenheit

υπηρεσιακή εχεμύθεια ...

Bandscheibenschaden

δισκοπάθεια ...

Bankgebühren

τραπεζική προμήθεια ...

Bankprovision

τραπεζική προμήθεια ...

Beschaffung

προμήθεια ...

Beschaffungsschuld

χρέος προμήθειας ...

Beschaffungsverwaltung

διαχείριση προμήθειας ...

Boshaftigkeit

εμπάθεια, μοχθηρία ...

Bovine Spongiforme Enzephalopathie

βοοειδής σπογγοειδής εγκεφαλοπάθεια ...

Brauch

έθιμο, συνήθεια ...

chronisch obstruktive Lungenerkrankung

χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια ...

Defätismus

ηττοπάθεια ...

Delkredereprovision

προμήθεια ρήτρας del ...

dilatative Kardiomyopathie

διαστολική καρδιομυοπάθεια ...

Energielieferungsvertrag

σύμβαση προμήθειας ενέργειας ...

Enzephalopathie

εγκεφαλοπάθεια ...

erringen

κατορθώνω, αποκτώ με ...

Fälschung

νοθεία, πλαστογραφία, παραχάραξη ...

geheimhalten

τηρώ απόρρητο, τηρώ ...

Geheimhaltung

τήρηση απορρήτου, τήρηση ...

Gepflogenheit

συνήθεια, πρακτική ...

gerade

ευθύς, κατευθείαν ...

gerade Linie

ευθεία γραμμή ...

Gerichtshilfe

δικαστική βοήθεια ...

Gewohnheit

συνήθεια, έθιμο ...

gewohnheitsmäßig

εθιμικός, κατά συνήθεια ...

Herzkrankheit

καρδιοπάθεια ...

Herzleiden

καρδιοπάθεια ...

Hilfe

βοήθεια ...

hilfeleisten

παρέχω βοήθεια ...

Hilfeleistung

παροχή βοήθειας, βοήθεια ...

Hilflosigkeit

έλλειψη βοήθειας ...

Ignoranz

αμάθεια ...

Insubordination

απείθεια ...

kardiale Dekompensation bei dilatativer Kardiomyopathie

καρδιακή ανεπάρκεια συνοδευόμενη ...

Kardiomyopathie

καρδιομυοπάθεια ...

Kommission

1. Επιτροπή (Ausschuss, ...

Labilität

αστάθεια ...

Lieferung

προμήθεια, παράδοση ...

Liefervertrag

σύμβαση προμήθειας, σύμβαση ...

Lungenerkrankung

πνευμονοπάθεια ...

Maklerprovision

προμήθεια μεσίτη ...

Messe

εμπορική έκθεση, Θεία ...

Nachlieferung

μετεφοδιασμός, συμπληρωματική προμήθεια ...

Nothilfe

βοήθεια στην ανάγκη, ...

obstruktive Ventilationsstörung

αποφρακτική διαταραχή πνευμονικής ...

Provision

προμήθεια ...

Psychopathie

ψυχοπάθεια ...

Rückstellung

πρόβλεψη, προμήθεια, απόθεμα ...

Schweigepflicht

καθήκον εχεμύθειας, υποχρέωση ...

Sterbehilfe

βοήθεια στο θάνατο, ...

Stillschweigen

σιωπή, εχεμύθεια, διακριτικότητα ...

Tante

θεία ...

Unbotmäßigkeit

απείθεια, απειθαρχία ...

Ungehorsam

απείθεια, ανυπακοή ...

unmittelbar

άμεσος, απευθείας ...

unterlassene Hilfeleistung

παράλειψη οφειλόμενης βοήθειας ...

Unwahrheit

αναλήθεια ...

Unwissenheit

άγνοια, αμάθεια ...

Usance

συνήθεια ...

verherrlichen

εξυμνώ, εκθειάζω, εγκωμιάζω ...

Verkaufskommission

προμήθεια πώλησης ...

Vermittlungsprovision

προμήθεια διαμεσολάβησης ...

Verschwiegenheit

εχεμύθεια ...

Verschwiegenheitspflicht

υποχρέωση τήρησης εχεμύθειας, ...

Versuch

απόπειρα, πείραμα, προσπάθεια ...

Wahrheit

αλήθεια, ειλικρίνεια ...

Wahrheitsbeweis

απόδειξη της αλήθειας ...

Wahrheitspflicht

καθήκον της αλήθειας ...

αλήθεια

Wahrheit ...

αμάθεια

Ignoranz ...

αναλήθεια

Unwahrheit ...

απείθεια

Insubordination, Unbotmäßigkeit, Ungehorsam ...

απευθείας

unmittelbar ...

απόδειξη της αλήθειας

Wahrheitsbeweis ...

αποκτώ με

προσπάθεια erringen ...

αστάθεια

Labilität ...

αυτοβοήθεια

Selbsthilfe ...

βοήθεια

Hilfe, Hilfeleistung ...

βοήθεια στην ανάγκη

Nothilfe ...

βοήθεια στο θάνατο

Sterbehilfe ...

βοοειδής σπογγοειδής εγκεφαλοπάθεια

Bovine Spongiforme Enzephalopathie ...

διαχείριση προμήθειας

Beschaffungsverwaltung ...

δικαστική βοήθεια

Gerichtshilfe ...

δισκοπάθεια

Bandscheibenschaden ...

εγκεφαλοπάθεια

Enzephalopathie ...

εκθειάζω

verherrlichen ...

έλλειψη βοήθειας

Hilflosigkeit ...

εμπάθεια

Boshaftigkeit ...

ευθεία γραμμή

gerade Linie ...

εχεμύθεια

Verschwiegenheit ...

ηττοπάθεια

Defätismus ...

θεία Tante Θεία Λειτουργία

Messe ...

καθήκον της αλήθειας

Wahrheitspflicht ...

καλή συνήθεια

gute Sitte ...

καρδιομυοπάθεια

Herzerkrankung, Herzleiden, Herzmuskelerkrankung, ...

καρδιοπάθεια

Herzleiden, Herzerkrankung, Herzkrankheit, ...

κατά συνήθεια

gewohnheitsmäßig ...

κατευθείαν

direkt, gerade, geradeaus ...

νοθεία

Fälschung ...

παράλειψη οφειλόμενης βοήθειας

unterlassene Hilfeleistung ...

παρέχω βοήθεια

hilfeleisten ...

παροχή βοήθειας

Hilfeleistung ...

πνευμονοπάθεια

Lungenerkrankung, Lungenkrankheit, ...

προμήθεια

Beschaffung, Lieferung, Provision, ...

προμήθεια διαμεσολάβησης

Vermittlungsprovision ...

προμήθεια μεσίτη

Maklerprovision ...

προμήθεια πώλησης

Verkaufskommission ...

προμήθεια ρήτρας

del credere, Delkredereprovision ...

προσπάθεια

Versuch ...

σύμβαση προμήθειας ενέργειας

Energielieferungsvertrag ...

συμπληρωματική προμήθεια

Nachlieferung ...

συνήθεια

Brauch, Gepflogenheit, Gewohnheit, ...

τραπεζική προμήθεια

Bankgebühren ...

υπηρεσιακή εχεμύθεια

Amtsverschwiegenheit ...

υποχρέωση εχεμύθειας

Schweigepflicht, Verschwiegenheitspflicht ...

χρέος προμήθειας

Beschaffungsschuld ...

Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια

Chronisch obstruktive Lungenerkrankung ...

ψυχοπάθεια

Psychopathie ...
Zurück / Πίσω