Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

καλώ

Definitionen und Übersetzungen für καλώ im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για καλώ στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

καλώ

aufrufen, anrufen, laden, vorladen
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

kaló

aufrufen, anrufen, laden, vorladen
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

abberufen

ανακαλώ ...

abbestellen

ακυρώνω, ανακαλώ (widerrufen) ...

abrufen

καλώ, ανακαλώ ...

auffordern

καλώ (auch: tel. ...

aufrufen

εκφωνώ, προσκαλώ, καλώ, ...

beantragen

ζητώ (ersuchen), αιτώ, ...

beiladen

προσεπικαλώ Beiladung προσεπίκληση ...

Berufungskläger

εκκαλών, εφεσείων, ασκών ...

bitten

παρακαλώ ...

einberufen

συγκαλώ ...

einladen

προσκαλώ ...

Entwurf

σχέδιο entziehen αφαιρώ, ...

erregen

προκαλώ ...

Handlungsstörer

προκαλών με τις ...

Kabel

καλώδιο (Leitung), υπερπόντιο ...

Privatkläger

εγκαλών ...

provozieren

προκαλώ ...

versammeln

συγκεντρώνω, συγκαλώ ...

verursachen

προκαλώ, προξενώ ...

widerrufen

ανακαλώ, μετακαλώ ...

zurückziehen

αποσύρω, ανακαλώ ...

ανακαλώ

abberufen ...

ανακαλώ, ακυρώνω

abbestellen ...

εγκαλών

Privatkläger ...

εκκαλών

Berufungskläger ...

καλώδιο

Kabel ...

κλητεύω, καλώ, προσκαλώ

laden ...

μετακαλώ

widerrufen (V.) ...

παρακαλώ

bitten, ersuchen ...

προκαλώ

erregen, provozieren, verursachen ...

προκαλών με τις ενέργειες του κίνδυνο ή ταραχή

Handlungsstörer ...

προσεπικαλώ

beiladen ...

προσκαλώ

auffordern, aufrufen, einladen ...

συγκαλώ

einberufen, versammeln ...
Zurück / Πίσω