Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

κατάστημα

Definitionen und Übersetzungen für κατάστημα im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για κατάστημα στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

κατάστημα

Anstalt, Geschäftsraum, Laden
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

katástima

Anstalt, Geschäftsraum, Laden
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Anstalt

ίδρυμα, οργανισμός, κατάστημα ...

Auslandsfiliale

υποκατάστημα αλλοδαπής επιχείρησης ...

Auslandsniederlassung

υποκατάστημα στο εξωτερικό ...

Bankfiliale

υποκατάστημα τράπεζας ...

Entziehungsanstalt

ειδικό κατάστημα θεραπείας ...

Fachgeschäft

εξειδικευμένο κατάστημα ...

Filiale

υποκατάστημα ...

Filialnetz

δικτυο υποκαταστημάτων ...

Geschäftsgeheimnis

απόρρητο καταστήματος ...

Geschäftsraum

γραφείο, κατάστημα, χώρος ...

Gewerbebetrieb

άσκηση βιοτεχνικής δραστηριότητας, ...

Großhandelsgeschäft

επιχείρηση χοντρικού εμπορίου, ...

Großhandelsunternehmen

επιχείρηση χοντρικού εμπορίου, ...

Handlungsgehilfe

υπάλληλος εμπορικού καταστήματος ...

Handlungsgehilfin

υπάλληλος εμπορικού καταστήματος ...

Haustürgeschäft

σύμβαση εκτός εμπορικού ...

Heilanstalt

κατάστημα θεραπείας, θεραπευτήριο ...

Justizvollzugsanstalt

φυλακή, σωφρονιστικό κατάστημα ...

Laden

κατάστημα, μαγαζί ...

Ladenangestellte

υπάλληλος εμπορικού καταστήματος ...

Ladenangestellter

υπάλληλος καταστήματος ...

Ladendieb

κλέφτης καταστήματος ...

Ladendiebin

κλέφτρα καταστήματος ...

Ladendiebstahl

κλοπή σε κατάστημα ...

Ladenschluss

κλείσιμο των εμπορικών ...

Lizenz

άδεια άσκησης επαγγέλματος, ...

Prinzipal

καταστηματάρχης ...

Prinzipalin

καταστηματάρχης ...

Strafanstalt

κατάστημα έκτισης ποινών, ...

Straffvollzugsanstalt

σωφρονιστικό κατάστημα ...

Strafvollzugsanstalt

σωφρονιστικό κατάστημα ...

Vollzugsanstalt

σωφρονιστικό κατάστημα ...

Zuchthaus

σωφρονιστικό κατάστημα ...

Zweigniederlassung

υποκατάστημα ...

Zweigstelle

υποκατάστημα ...

άδεια λειτουργίας καταστήματος

Lizenz ...

απόρρητο καταστήματος

Geschäftsgeheimnis ...

βιοτεχνικό κατάστημα

Gewerbebetrieb ...

δικτυο υποκαταστημάτων

Filialnetz ...

ειδικό κατάστημα θεραπείας

Entziehungsanstalt ...

εμπορικού

καταστήματος ...

εξειδικευμένο κατάστημα

Fachgeschäft ...

κατάστημα έκτισης ποινών

Strafanstalt ...

κατάστημα θεραπείας

Heilanstalt ...

κατάστημα, μαγαζί

Laden ...

καταστηματάρχης

Prinzipal, Prinzipalin ...

κλείσιμο των εμπορικών καταστημάτων

Ladenschluss ...

κλέφτης καταστήματος

Ladendieb ...

κλέφτρα καταστήματος

Ladendiebin ...

κλοπή σε κατάστημα

Ladendiebstahl ...

σύμβαση εκτός εμπορικού καταστήματος

Haustürgeschäft ...

σωφρονιστικό κατάστημα

Justizvollzugsanstalt, Strafvollzugsanstalt, Vollzugsanstalt, ...

υπάλληλος εμπορικού καταστήματος

Handlungsgehilfe, Handlungsgehilfin, Ladrenangestellter, ...

υπάλληλος καταστήματος

Ladenangestellter ...

υποκατάστημα

Filiale, Zweigniederlassung, Zweigstelle ...

υποκατάστημα αλλοδαπής επιχείρησης

Auslandsfiliale ...

υποκατάστημα στο εξωτερικό

Auslandsniederlassung ...

υποκατάστημα τράπεζας

Bankfiliale ...
Zurück / Πίσω