Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

κλείνω

Definitionen und Übersetzungen für κλείνω im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για κλείνω στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

κλείνω

abschließen, einschließen, schließen, verschließen, zufallen
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

klíno

abschließen, einschließen, schließen, verschließen, zufallen
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

abschließen

κλείνω, συνάπτω, περατώνω ...

einschließen

περιλαμβάνω, κλείνω ...

internieren

θέτω υπό περιορισμό, ...

saldieren

εκκαθαρίζω, εξισώνω λογαριασμό, ...

schließen

κλείνω, περατώνω ...

verabreden

συμφωνώ, κλείνω ραντεβού ...

verschließen

κλείνω, κλειδώνω, σφραγίζω ...

zufallen

κλείνω (schließen), περιέρχομαι ...

κλείνω λογαριασμό

abrechnen, saldieren ...

κλείνω ραντεβού

verabreden ...

κλείνω σε στρατόπεδο

internieren ...
Zurück / Πίσω