Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

κράτηση

Definitionen und Übersetzungen für κράτηση im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για κράτηση στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

κράτηση

Abzug, Arrest, Einbehaltung, Festhalten, Festnahme, Haft, Inhaftierung, Ordnungshaft
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

krátisi

Abzug, Arrest, Einbehaltung, Festhalten, Festnahme, Haft, Inhaftierung, Ordnungshaft
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Abzug

έκπτωση, κράτηση, αφαίρεση ...

Auslieferungshaft

κράτηση προς έκδοση ...

Beugehaft

αναγκαστική κράτηση ...

buchen

εγγράφω, κάνω κράτηση ...

Buchung

εγγραφή, κράτηση (θέσης) ...

Dauerarrest

διαρκής κράτηση, διαρκής ...

Einbehaltung

παρακράτηση ...

Einzelhaft

κράτηση σε απομόνωση ...

Erzwingungshaft

κράτηση προς εξαναγκασμό ...

festhalten

κρατώ, τηρώ (Verb), ...

Festnahme

σύλληψη, κράτηση ...

Freiheitsberaubung

παράνομη κατακράτηση ...

gefangen

σε κράτηση, σε ...

Haft

κράτηση, σύλληψη (Festnahme), ...

Haftgrund

λόγος κράτησης, λόγος ...

Haftprüfung

έλεγχος της προσωρινής ...

haftunfähig

ανίκανος προς κράτηση ...

Haftunfähigkeit

ανικανότητα προς κράτηση ...

Hafturlaub

άδεια από την ...

Hausarrest

κράτηση κατ' οίκον ...

Hinterziehung

κατακράτηση, σφετερισμός ...

Jugendarrest

κράτηση ανηλίκων ...

Kurzarrest

μερική κράτηση, σύντομος ...

Lohnsteuerabzug

παρακράτηση φόρου μισθωτών ...

Ordnungshaft

κράτηση ...

reservieren

δεσμεύω, αγκαζάρω, κάνω ...

Retention

παρακράτηση, επίσχεση ...

richterliche

Haftprüfung δικαστικός έλεγχος ...

Rückbehaltung

επίσχεση, κατακράτηση, παρακράτηση ...

Sicherungsverwahrung

ασφαλιστική κράτηση ...

Steuerabzug

παρακράτηση φόρου ...

Steuerarrest

προσωποκράτηση λόγω οφειλών ...

Vorbeugehaft

προληπτική κράτηση ...

Vorenthaltung

παρακράτηση ...

vorläufige Festnahme

προσωρινή κράτηση ...

Zurückbehaltung

επίσχεση, κατακράτηση, παρακράτηση ...

άδεια από την κράτηση

Hafturlaub ...

αναγκαστική κράτηση

Beugehaft ...

ανίκανος προς κράτηση

haftunfähig ...

ανικανότητα προς κράτηση

Haftunfähigkeit ...

ασφαλιστική κράτηση

Sicherungsverwahrung ...

διαρκής κράτηση

Dauerarrest ...

δικαστικός έλεγχος κράτησης

richterliche Haftprüfung ...

έλεγχος της προσωρινής κράτησης

Haftprüfung ...

κάνω κράτηση θέσης

buchen, reservieren, eine ...

κατακράτηση

Hinterziehung, Zurückbehaltung ...

κράτηση ανηλίκων

Jugendarrest ...

κράτηση θέσης

Buchung ...

κράτηση κατ' οίκον

Hausarrest ...

κράτηση προς έκδοση

Auslieferungshaft ...

κράτηση προς εξαναγκασμό

Erzwingungshaft ...

κράτηση σε απομόνωση

Einzelhaft ...

λόγος κράτησης

Haftgrund ...

μερική κράτηση

Kurzarrest ...

παρακράτηση

Einbehaltung ...

παρακράτηση φόρου

Steuerabzug ...

παρακράτηση φόρου μισθωτών υπηρεσιών

Lohnsteuerabzug ...

παράνομη κατακράτηση

Freiheitsberaubung ...

ποινή κράτησης

Haftstrafe ...

προληπτική κράτηση

Vorbeugehaft ...

προσωποκράτηση

Schuldhaft ...

προσωποκράτηση λόγω οφειλών από φόρους

Steuerarrest ...

προσωρινή κράτηση

Untersuchungshaft, vorläufige Festnahme ...

σε κράτηση

in Haft, gefangen ...
Zurück / Πίσω