Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

κρατώ

Definitionen und Übersetzungen für κρατώ im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για κρατώ στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

κρατώ

einbehalten, festhalten, halten, tragen
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

krató

einbehalten, festhalten, halten, tragen
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

einbehalten

παρακρατώ ...

festhalten

κρατώ, τηρώ (Verb), ...

festnehmen

συλλαμβάνω, κρατώ κάποιον ...

geheimhalten

τηρώ απόρρητο, τηρώ ...

Gemeinschaft unabhängiger Staaten

Κοινοπολιτεία Ανεξαρτήτων Κρατών ...

Halten

Substantiv: κατοχή (Besitz), ...

herrschen

άρχω, δεσπόζω, εξουσιάζω, ...

herrschend

άρχων, δεσπόζων, επικρατών ...

hinterziehen

κατακρατώ, σφετερίζομαι ...

Landerfinanzverwaltungen

φορολογικές υπηρεσίες των ...

Staatenbund

ομοσπονδία κρατών ...

Staatennachfolge

διαδοχή κρατών ...

Staatenverbindung

ένωση κρατών ...

tragen

φέρω, κρατώ, φορώ ...

vorenthalten

παρακρατώ ...

zuhalten

κρατώ κλειστό (geschlossen ...

zurückbehalten

κατακρατώ, προβαίνω σε ...

αυτοκράτωρ

Herrscher, Kaiser ...

διαδοχή κρατών

Staatennachfolge ...

ένωση κρατών

Staatenverbindung ...

επικρατώ

herrschen ...

επικρατών

herrschend ...

κατακρατώ

einsperren, hinterziehen, zurückbehalten ...

Κοινοπολιτεία Ανεξαρτήτων Κρατών

Gemeinschaft unabhängiger Staaten ...

κρατώ κάποιον

festnehmen ...

κρατώ κλειστό

zuhalten ...

κρατώ μυστικό

ein Geheimnis bewahren, ...

ομοσπονδία κρατών

Staatenbund ...

παρακρατώ

einbehalten ...

φορολογικές υπηρεσίες των ομόσπονδων κρατών

Landerfinanzverwaltungen ...
Zurück / Πίσω