Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

κυρία

Definitionen und Übersetzungen für κυρία im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για κυρία στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

κυρία

Frau, Herrin, Inhaberin, Patronin
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

kyría

Frau, Herrin, Inhaberin, Patronin
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Bauherrin

κυρία κατασκευαζόμενης οικοδομής ...

Dame

βασίλισσα (Königin), κυρία ...

Einspruch

1. αντίρρηση, διαμαρτυρία, ...

Frau

γυναίκα, κυρία ...

Gebietshoheit

εδαφική κυριαρχία ...

Geschäftsherrin

κυρία της επιχείρησης, ...

Gutsherrin

κυρία αγροκτήματος ...

Hauptaktionärin

κυρία μέτοχος ...

Hauptantrag

κυρία αίτηση ...

Hauptforderung

κυρία απαίτηση ...

Hauptintervention

κυρία παρέμβαση ...

Hauptprozess

(η) κύρια δίκη ...

Hauptsache

κύριο πράγμα, ουσία ...

Hauptsachlage

κυρία πραγματική κατάσταση ...

Hauptsitz

κύρια έδρα ...

Hauptstrafe

κυρία ποινή ...

Haupttermin

κυρία συζήτηση ...

Hauptursache

κυρία αιτία ...

Hauptverhandlung

κυρία διαδικασία ...

Hauptzeugin

κυρία μάρτυς, κυρία ...

Herrin

κυρία ...

Herrschaftsrecht

κυριαρχικό δικαίωμα ...

Herrscher

άρχοντας, κυρίαρχος ...

Herrscherin

αρχόντισσα, κυρίαρχος ...

Hoheit

κρατική κυριαρχία, εξουσία, ...

hoheitlich

κυριαρχικός ...

Hoheitsakt

κυριαρχική πράξη ...

Hoheitsgewalt

κυριαρχική εξουσία ...

Hoheitsrecht

κυριαρχικό δικαίωμα, εξουσιαστικό ...

Hoheitszeichen

κρατικό σύμβολο, σύμβολο ...

Inhaberin

κυρία, ιδιοκτήτρια, κάτοχος ...

Kondominat

κοινή κτήση, συγκυριαρχία ...

Kondominium

κοινή κτήση, συγκυριαρχία ...

Konjunktur

οικονομική συγκυρία ...

Konjunkturaufschwung

ανάκαμψη της συγκυρίας/οικονομίας ...

Konjunkturentwicklung

συγκυριακή εξέλιξη ...

Konjunkturschwäche

κάμψη της οικονομικής ...

Kronzeugin

κυρία μάρτυρας, κυρία ...

Parteiherrschaft

κυριαρχία των διαδίκων ...

Patronin

κυρία, προστάτιδα αγία ...

Personalhoheit

κυριαρχία επί προσώπων ...

Seeherrschaft

θαλάσσια κυριαρχία ...

Sonntag

Κυριακή ...

Souverän

κυρίαρχος ...

Souveränität

κυριαρχία, ανεξαρτησία κράτους ...

Tatherrschaft

κυριαρχία επί της ...

Veto

αρνησικυρία, βέτο ...

Volkssouveränität

λαϊκή κυριαρχία ...

Zufall

σύμπτωση, συγκυρία ...

ανάκαμψη της συγκυρίας

Konjunkturaufschwung ...

αρνησικυρία

Einspruch, Veto ...

εδαφική κυριαρχία

Gebietshoheit ...

θαλάσσια κυριαρχία

Seeherrschaft ...

κάμψη της οικονομικής συγκυρίας

Konjunkturschwäche ...

κρατική κυριαρχία

Hoheit ...

κυρία αγροκτήματος

Gutsherrin ...

κυρία αίτηση

Hauptantrag ...

κυρία αιτία

Hauptursache ...

κυρία απαίτηση

Hauptforderung ...

κυρία διαδικασία

Hauptverhandlung ...

κυρία δίκη

Hauptsache ...

κύρια έδρα

Hauptsitz ...

κυρία κατασκευαζόμενης οικοδομής

Bauherrin ...

κυρία μάρτυρας

Kronzeugin, Hauptzeugin ...

κυρία μάρτυς

Kronzeugin, Hauptzeugin ...

κυρία μέτοχος

Hauptaktionärin ...

κυρία παρέμβαση

Hauptintervention ...

κυρία ποινή

Hauptstrafe ...

κυρία πραγματική κατάσταση

Hauptsachlage ...

κυρία συζήτηση

Haupttermin ...

κυρία της επιχείρησης

Geschäftsherrin ...

κυρία της υπόθεσης

Geschäftsherrin ...

Κυριακή

Sonntag ...

κυριαρχία

Souveränität ...

κυριαρχία επί προσώπων

Personalhoheit ...

κυριαρχία επί της πράξεως

Tatherrschaft ...

κυριαρχία των διαδίκων

Parteiherrschaft ...

κυριαρχική εξουσία

Hoheitsgewalt ...

κυριαρχική πράξη

Hoheitsakt ...

κυριαρχικό δικαίωμα

Herrschaftsrecht, Hoheitsrecht ...

κυριαρχικός

hoheitlich ...

κυρίαρχος

Herrscher, Herrscherin, Souverän ...

λαϊκή κυριαρχία

Volkssouveränität ...

οικονομική συγκυρία

Konjunktur ...

συγκυρία

Zufall ...

συγκυριακή εξέλιξη

Konjunkturentwicklung ...

συγκυριαρχία

Kondominat, Kondominium ...

σύμβολο κυριαρχίας

Hoheitszeichen ...
Zurück / Πίσω