Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

μέτοχος

Definitionen und Übersetzungen für μέτοχος im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για μέτοχος στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

μέτοχος

Aktionär, Aktionärin, Anteilseigner, Anteilseignerin
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

métochos

Aktionär, Aktionärin, Anteilseigner, Anteilseignerin
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Aktionär

μέτοχος ...

Anteilseigner

μέτοχος, εταίρος, ο ...

Anteilseignerin

μέτοχος, εταίρος ...

Hauptaktionär

κύριος μέτοχος ...

Hauptaktionärin

κυρία μέτοχος ...

Konsorte

συμμέτοχος σε Konsortium ...

Konsortin

συμμέτοχος σε Konsortium ...

Mitteilhaber

συμμέτοχος ...

Partner

σύντροφος, εταίρος, μέτοχος ...

Partnerin

σύντροφος, εταίρος, μέτοχος ...

Tatbeteiligter

συμμέτοχος ...

Teilnehmer

συμμετέχων, συμμέτοχος ...

κυρία μέτοχος

Hauptaktionärin ...

κύριος μέτοχος

Hauptaktionär ...

μέτοχος εταιρίας

Gesellschafter, Gesellschafterin ...

συμμέτοχος

Tatbeteiligter ...

συμμέτοχος σε Konsortium

Konsortin ...
Zurück / Πίσω