Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

μοίρα

Definitionen und Übersetzungen für μοίρα im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για μοίρα στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

μοίρα

Anteil, Erbteil, math.: Grad, Marine: Geschwader, milit.: (Flieger-) Staffel, Batterie der Infanterie, allg.: Stufe, Niveau, Schicksal, Los, Glück
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

míra

Anteil, Erbteil, math.: Grad, Marine: Geschwader, milit.: (Flieger-) Staffel, Batterie der Infanterie, allg.: Stufe, Niveau, Schicksal, Los, Glück
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
νόμιμη μοίρα: (der) Pflichtteil
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Pflichtteil

νόμιμη μοίρα ...

Pflichtteilergänzungsanspruch

αξίωση συμπλήρωσης της ...

Pflichtteilsanspruch

αξίωση νόμιμης μοίρας ...

Pflichtteilsberechtigte

δικαιούχος της νόμιμης ...

Pflichtteilsberechtigter

μεριδιούχος, δικαιούχος νόμιμης ...

Pflichtteilsrecht

δικαίωμα νόμιμης μοίρας ...

Schicksal

μοίρα, πεπρωμένο ...

teilen

διαιρώ, χωρίζω, μοιράζω ...

verteilen

διανέμω, μοιράζω, κατανέμω ...

αξίωση νόμιμης μοίρας

Pflichtteilsanspruch ...

αξίωση συμπλήρωσης της νόμιμης μοίρας

Pflichtteilergänzungsanspruch ...

δικαιούχος της νόμιμης μοίρας

Pflichtteilsberechtigter, Pflichtteilsberechtigte ...

δικαίωμα νόμιμης μοίρας

Pflichtteilsrecht ...

μοιράζομαι

teilen, teilnehmen ...

μοιράζω

teilen, verteilen ...

νόμιμη μοίρα

(der) Pflichtteil ...
Zurück / Πίσω