Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

ορίζω

Definitionen und Übersetzungen für ορίζω im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για ορίζω στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

ορίζω

angeben, ansetzen, berufen (V.), bestimmen, definieren, designieren, verfügen, verordnen
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

orízo

angeben, ansetzen, berufen (V.), bestimmen, definieren, designieren, verfügen, verordnen
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

ächten

αποβάλλω, εξορίζω, προγράφω ...

anberaumen

προσδιορίζω ...

angeben

δηλώνω, παραθέτω, ορίζω ...

ansetzen

ορίζω, καθορίζω ...

anstellen

διορίζω, προσλαμβάνω ...

befristen

ορίζω προθεσμία ...

begrenzen

περιορίζω ...

beiordnen

διορίζω, προσαρτώ ...

berufen

εξουσιοδοτημένος (Adj.), ορίζω, ...

beschränken

περιορίζω ...

bestallen

διορίζω ...

bestellen

διορίζω, παραγγέλλω ...

bestimmen

ορίζω ...

definieren

δίνω ορισμό, ορίζω ...

designieren

ορίζω, προσδιορίζω, καθορίζω ...

einschränken

περιορίζω, περικόπτω, μειώνω ...

einsetzen

συγκροτώ, υποστηρίζω, διορίζω, ...

ermitteln

εξακριβώνω, προσδιορίζω ...

ernennen

διορίζω ...

exilieren

εξορίζω ...

exkommunizieren

αφορίζω ...

festsetzen

καθορίζω, προσδιορίζω ...

limitieren

περιορίζω ...

nominieren

αναδεικνύω, ονομάζω, διορίζω ...

statuieren

καθορίζω, κανονίζω ...

terminieren

ορίζω προθεσμία ...

verbannen

εξορίζω, εκδιώκω ...

verordnen

διατάζω, ορίζω ...

zuwenden

παρέχω, προσπορίζω, δαπανώ ...

αφορίζω

exkommunizieren ...

διορίζω

anstellen, beiordnen, bestallen, ...

εξορίζω

ächten, exilieren, verbannen ...

καθορίζω

ansetzen, designieren, festsetzen, ...

ορίζω προθεσμία

befristen, eine Frist ...

περιορίζω

begrenzen, beschränken, einschränken, ...

προσδιορίζω

anberaumen, designieren, ermitteln, ...

προσπορίζω

verschaffen, zuwenden ...
Zurück / Πίσω