Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

πάγιο

Definitionen und Übersetzungen für πάγιο im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για πάγιο στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

πάγιο

Anlage
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

págio

Anlage
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

aktivierte Eigenleistungen

παγιοποίηση ιδιοκατασκευών ...

Bruttoanlageinvestitionen

ακαθάριστες επενδύσεις παγίου ...

fix

σταθερός, πάγιος ...

gebundenes Kapital

πάγιο ...

Gegenstand des Anlagevermögens

στοιχείο παγίου ενεργητικού ...

Grundgebühr

πάγιο τέλος ...

kapitalisierte Aufwendungen

παγιοποιηθείσες δαπάνες ...

Konsolidation

ενοποίηση, παγιοποίηση, συγκέντρωση, ...

konsolidieren

παγιοποιώ, σταθεροποιώ, εδραιώνω ...

langfristiges Anlagevermögen

παγιοποιήσεις ενεργητικού ...

Pauschalgebühr

πάγιο τέλος ...

Sachanlage

επένδυση σε είδος, ...

ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου

Bruttoanlageinvestitionen ...

πάγιο τέλος

Grundgebühr ...

παγιοποιηθείσες δαπάνες

kapitalisierte Aufwendungen ...

παγιοποιήσεις ενεργητικού

langfristiges Anlagevermögen ...

παγιοποίηση

Konsolidation ...

παγιοποίηση ιδιοκατασκευών

aktivierte Eigenleistungen ...

παγιοποιώ

konsolidieren ...

πάγιος

fix ...

στοιχείο παγίου ενεργητικού

Gegenstand des Anlagevermögens ...
Zurück / Πίσω