Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

πλήρωμα

Definitionen und Übersetzungen für πλήρωμα im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για πλήρωμα στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

πλήρωμα

Besatzung
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

plíroma

Besatzung
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Besatzung

ξένη κατοχή, πλήρωμα ...

ergänzend

συμπληρωματικός ...

ergänzende Vertragsauslegung

συμπληρωματική ερμηνεία της ...

Ergänzungspflegschaft

συμπληρωματική κηδεμονία ...

Ergänzungsurteil

συμπληρωματική απόφαση ...

Invaliditätszusatzversicherung

συμπληρωματική ασφάλιση αναπηρίας ...

Nacharbeit

συμπληρωματική εργασία ...

Nachbesteuerung

συμπληρωματική φορολόγηση ...

Nachbuchung

συμπληρωματική εγγραφή ...

Nachfrist

πρόσθετη προθεσμία, συμπληρωματική ...

Nachlieferung

μετεφοδιασμός, συμπληρωματική προμήθεια ...

nachschießen

καταβάλλω συμπληρωματική εισφορά ...

Nachschuss

συμπληρωματική καταβολή ...

Nachtrag

συμπλήρωμα, προσθήκη ...

nachträglich

ύστερος, συμπληρωματικός, επιγενόμενος, ...

Nachtragshaushalt

συμπληρωματικός προϋπολογισμός ...

Nachwahl

συμπληρωματική εκλογή ...

Schadlosbürgschaft

αναπληρωματική εγγύηση ...

stellvertretend

αναπληρωματικός ...

Zugabe

συμπλήρωμα (Ergänzung), προσθήκη ...

Zusatz

προσθήκη, συμπλήρωμα ...

zusätzlich

πρόσθετος, συμπληρωματικός, επιπροσθέτως ...

αναπληρωματική εγγύηση

Schadlosbürgschaft ...

αναπληρωματικός

stellvertretend ...

καταβάλλω συμπληρωματική εισφορά

nachschießen (> Gesellschaftsrecht) ...

συμπλήρωμα

Ergänzung, Nachtrag, Zusatz ...

συμπληρωματική απόφαση

Ergänzungsurteil ...

συμπληρωματική ασφάλιση αναπηρίας

Invaliditätszusatzversicherung ...

συμπληρωματική εγγραφή

Nachbuchung ...

συμπληρωματική εκλογή

Nachwahl ...

συμπληρωματική ερμηνεία της σύμβασης

ergänzende Vertragsauslegung ...

συμπληρωματική καταβολή

Nachschuss ...

συμπληρωματική κηδεμονία

Ergänzungspflegschaft ...

συμπληρωματική προθεσμία

Nachfrist ...

συμπληρωματική προμήθεια

Nachlieferung ...

συμπληρωματική φορολόγηση

Nachbesteuerung ...

συμπληρωματικός

ergänzend, nachträglich, zusätzlich ...

συμπληρωματικός προϋπολογισμός

Nachtragshaushalt ...
Zurück / Πίσω