Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

τάγμα

Definitionen und Übersetzungen für τάγμα im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για τάγμα στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

τάγμα

Bataillon, Orden
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

tágma

Bataillon, Orden
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Abdankungsdekret

διάταγμα της παραίτησης ...

Ausführungsverordnung

εκτελεστικό διάταγμα ...

Bataillon

τάγμα ...

Bundesverfassung

ομοσπονδιακό σύνταγμα ...

Bundesverfassungsgericht

Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο ...

Bundesverfassungsrichter

Δικαστής στο Ομοσπονδιακό ...

Bundesverfassungsrichterin

Δικαστής στο Ομοσπονδιακό ...

Dekret

διάταγμα ...

Edikt

διάταγμα ...

Erlass

διάταγμα, απόφαση, έκδοση, ...

formelle

Verfassung τυπικό σύνταγμα ...

freiheitliche demokratische Grundordnung

φιλελεύθερη δημοκρατική συνταγματική ...

Grundgesetz

Θεμελιώδης Νόμος, σύνταγμα ...

Grundordnung

συνταγματική τάξη ...

Konstitution

σύνταγμα ...

Konstitutionalismus

Συνταγματισμός ...

konstitutionell

συνταγματικός ...

Landesverfassung

σύνταγμα ομόσπονδου κρατιδίου ...

Landesverfassungsgericht

συνταγματικό δικαστήριο ομόσπονδου ...

Major

ταγματάρχης ...

Majorin

ταγματάρχης ...

Militärverordnung

διάταγμα στρατιωτικής κυβέρνησης ...

Notstandsverfassung

σύνταγμα της κατάστασης ...

Notverordnung

αναγκαστικό διάταγμα ...

Oberst

συνταγματάρχης ...

Orden

τάγμα, παράσημο ...

Präsidialdekret

Προεδρικό Διάταγμα (Abk.: ...

Präsidialverordnung

Προεδρικό Διάταγμα (Abk.: ...

Reichsverfassung

σύνταγμα του γερμανικού ...

Staatsrecht

συνταγματικό δίκαιο ...

Verfassung

σύνταγμα, καθεστώς, ψυχική ...

Verfassungsänderung

αναθεώρηση του Συντάγματος ...

Verfassungsauslegung

ερμηνεία του Συντάγματος ...

Verfassungsbeschwerde

συνταγματική προσφυγή ...

Verfassungsfeind

εχθρός του Συντάγματος ...

Verfassungsfeindin

εχθρός του Συντάγματος ...

verfassungsgemäß

συνταγματικός ...

Verfassungsgericht

συνταγματικό δικαστήριο ...

Verfassungsgeschichte

συνταγματική ιστορία ...

Verfassungsgrundsatz

βασική συνταγματική αρχή ...

verfassungskonform

σύμφωνος με το ...

verfassungskonforme Auslegung

σύμφωνη ερμηνεία με ...

Verfassungskontrolle

συνταγματικός έλεγχος ...

verfassungsmäßig

συνταγματικός ...

verfassungsmäßige Ordnung

συνταγματική τάξη ...

verfassungsmäßige Vertreterin

συνταγματική πληρεξούσιος ...

verfassungsmäßiger Vertreter

συνταγματικός πληρεξούσιος ...

verfassungsmassig

συνταγματικός ...

Verfassungsorgan

συνταγματικό όργανο ...

Verfassungsprinzip

συνταγματική αρχή ...

Verfassungsprozess

συνταγματική δίκη ...

Verfassungsrecht

συνταγματικό δίκαιο ...

Verfassungsschutz

προστασία του Συντάγματος, ...

Verfassungsschutzamt

υπηρεσία προστασίας του ...

Verfassungsstreitigkeit

συνταγματική διαφορά ...

Verfassungsurkunde

κείμενο του Συντάγματος, ...

Verfassungsvorbehalt

συνταγματική επιφύλαξη ...

verfassungswidrig

αντισυνταγματικός ...

Verfassungswidrigkeit

αντισυνταγματικότητα ...

Wirbelbruch

κάταγμα σπονδύλου ...

αναγκαστικό διάταγμα

Notverordnung ...

αναθεώρηση του Συντάγματος

Verfassungsänderung ...

αντισυνταγματικός

verfassungswidrig ...

αντισυνταγματικότητα

Verfassungswidrigkeit ...

βασική συνταγματική αρχή

Verfassungsgrundsatz ...

διάταγμα

Dekret, Edikt, Erlass ...

διάταγμα στρατιωτικής

κυβέρνησης Militärverordnung ...

διάταγμα της παραίτησης

Abdankungsdekret ...

Δικαστής (Μ.) στο Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο

Bundesverfassungsrichter ...

Δικαστής στο Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο

Bundesverfassungsrichterin ...

εκτελεστικό διάταγμα

Ausführungsverordnung ...

ερμηνεία του Συντάγματος

Verfassungsauslegung ...

εχθρός του Συντάγματος

Verfassungsfeindin ...

κάταγμα

Bruch, Fraktur ...

κάταγμα σπονδύλου

Wirbelbruch ...

κείμενο του Συντάγματος

Verfassungsurkunde ...

ομοσπονδιακό σύνταγμα

Bundesverfassung ...

Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο

Bundesverfassungsgericht ...

ουσιαστικό Σύνταγμα

materielle Verfassung ...

Π.Δ.

Abk. für ...

ΠΔ

Abk. für ...

Προεδρικό Διάταγμα|ΠΔ|Π.Δ.|προεδρικό διάταγμα

Präsidialverordnung, Präsidialdekret ...

πρόσταγμα

Gebot ...

προστασία της συνταγματικής τάξης

Verfassungsschutz ...

προστασία του Συντάγματος

Verfassungsschutz ...

σύμφωνη ερμηνεία με το Σύνταγμα

verfassungskonforme Auslegung ...

σύμφωνος με το Σύνταγμα

verfassungskonform ...

σύνταγμα

Grundgesetz, Konstitution, Verfassung, ...

σύνταγμα ομόσπονδου κρατιδίου

Landesverfassung ...

σύνταγμα της κατάστασης ανάγκης

Notstandsverfassung ...

σύνταγμα του γερμανικού Ράϊχ

Reichsverfassung ...

συνταγματάρχης

Oberst ...

συνταγματική αρχή

Verfassungsprinzip ...

συνταγματική διαφορά

Verfassungsstreitigkeit ...

συνταγματική δίκη

Verfassungsprozess ...

συνταγματική επιφύλαξη

Verfassungsvorbehalt ...

συνταγματική ιστορία

Verfassungsgeschichte ...

συνταγματική πληρεξούσιος

verfassungsmäßige Vertreterin ...

συνταγματική προσφυγή

Verfassungsbeschwerde ...

συνταγματική τάξη

Grundordnung, verfassungsmäßige Ordnung ...

συνταγματικό δίκαιο

Staatsrecht, Verfassungsrecht ...

συνταγματικό δικαστήριο

Verfassungsgericht ...

συνταγματικό δικαστήριο ομόσπονδου κρατιδίου

Landesverfassungsgericht ...

συνταγματικό όργανο

Verfassungsorgan ...

συνταγματικός

konstitutionell, verfassungsgemäß, verfassungsmäßig ...

συνταγματικός έλεγχος

Verfassungskontrolle ...

συνταγματικός πληρεξούσιος

verfassungsmäßiger Vertreter ...

Συνταγματισμός

Konstitutionalismus ...

ταγματάρχης

Major, Majorin ...

τυπικό σύνταγμα

formelle Verfassung ...

υπηρεσία προστασίας του συντάγματος

Verfassungsschutzamt ...

φιλελεύθερη δημοκρατική συνταγματική τάξη

freiheitliche demokratische Grundordnung ...
Zurück / Πίσω