Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

χολή

Definitionen und Übersetzungen für χολή im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για χολή στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

χολή

Galle
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

cholí

Galle
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Altersteilzeit

μερική απασχόληση λόγω ...

Arbeitsförderung

υποστήριξη της εργασίας, ...

Arbeitsmündigkeit

ενηλικότητα απασχόλησης ...

Arbeitsverwaltung

υπηρεσία απασχόλησης ...

Arbeitszeitverkürzung

περικοπή χρόνου απασχόλησης ...

Befassung

ενασχόληση, ψηλάφηση ...

Berufsschule

επαγγελματική σχολή ...

beschäftigt

απασχολημένος ...

Beschäftigung

απασχόληση ...

Beschäftigungspflicht

υποχρέωση για απασχόληση ...

Dozent

διδάσκων σε ανώτατη ...

Dozentin

διδάσκουσα σε ανώτατη ...

Fachbereich

τμήμα πανεπιστημιακής σχολής ...

Fachhochschule

ανώτατη τεχνική σχολή ...

Fakultät

Σχολή (einer Universität) ...

Galle

χολή ...

Ganztagsbeschäftigung

πλήρης απασχόληση ...

Halbtagsbeschäftigung

ημιαπασχόληση ...

Hochschuldozent

υφηγητής ανώτατης σχολής ...

Hochschuldozentin

υφηγήτρια ανώτατης σχολής ...

Hochschule

ανώτατη σχολή, πανεπιστήμιο ...

Hochschulgrad

βαθμός ανώτατης σχολής ...

Inanspruchnahme

έγερση αξίωσης, έγερση ...

Kurzarbeit

μερική απασχόληση ...

Mehrarbeit

υπερωριακή απασχόληση ...

Nebenamt

δεύτερο επάγγελμα, παράλληλη ...

Nebentätigkeit

δεύτερη απασχόληση, δεύτερο ...

Rechtsschule

νομική σχολή ...

Schule

σχολείο, σχολή ...

Schwarzarbeit

λαθραία απασχόληση ...

tätig

απασχολημένος, έμπρακτος ...

Tätigkeit

απασχόληση, δραστηριότητα, εργασία ...

Teilzeitarbeit

μερική απασχόληση ...

ανώτατη σχολή

Hochschule ...

ανώτατη τεχνική σχολή

Fachhochschule ...

απασχολημένος

beschäftigt, tätig ...

απασχόληση

Beschäftigung, Tätigkeit ...

βαθμός ανώτατης σχολής

Hochschulgrad ...

δεύτερη απασχόληση

Nebentätigkeit ...

διδάσκουσα σε ανώτατη

σχολή Dozentin ...

διδάσκων σε ανώτατη σχολή

Dozent ...

ενασχόληση

Befassung ...

ενηλικότητα απασχόλησης

Arbeitsmündigkeit ...

επαγγελματική σχολή

Berufsschule ...

ημιαπασχόληση

Halbtagsbeschäftigung ...

κίνητρα για την αύξηση της απασχόλησης

Arbeitsförderung ...

λαθραία απασχόληση

Schwarzarbeit ...

μερική απασχόληση

Kurzarbeit, Teilzeitarbeit ...

μερική απασχόληση λόγω γήρατος

Altersteilzeitarbeit ...

νομική σχολή

Rechtsschule ...

ΟΓΕΕΚΑ

Abk. für Οργανισμός ...

Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού

Organisation für Beschäftigung ...

πανεπιστημιακή σχολή

Fakultät ...

παράλληλη απασχόληση

Nebenamt ...

περικοπή χρόνου απασχόλησης

Arbeitszeitverkürzung ...

πλήρης απασχόληση

Ganztagsbeschäftigung ...

Σχολή

Schule, Fakultät (einer ...

τμήμα πανεπιστημιακής σχολής

Fachbereich ...

υπερωριακή απασχόληση

Mehrarbeit ...

υπηρεσία απασχόλησης

Arbeitsverwaltung ...

υποχρέωση για απασχόληση

Beschäftigungspflicht ...

υφηγητής ανώτατης σχολής

Hochschuldozent ...

υφηγήτρια ανώτατης σχολής

Hochschuldozentin ...
Zurück / Πίσω