Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Absicht

Definitionen und Übersetzungen für Absicht im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Absicht στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Absicht

σκοπός, πρόθεση
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Absicht

skopós, próthesi
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

absichtlich

σκόπιμα, από πρόθεση ...

Absichtserklärung

δήλωση πρόθεσης ...

Absichtsprovokation

πρόκληση σκοπού, πρόκληση ...

beabsichtigen

αποσκοπώ, σκοπώ, σκοπεύω, ...

beabsichtigt

(Adj.) αποσκοπούμενος, σκοπούμενος, ...

Bereicherungsabsicht

σκοπός για απόκτηση ...

Taüschungsabsicht

πρόθεση παραπλάνηση ...

Vorteilsverschaffungsabsicht

σκοπός προσπορισμού πλεονεκτήματος ...

Wirksamkeit

ενέργεια (eintritt der ...

Zueignungsabsicht

πρόθεση ιδιοποίησης ...

από πρόθεση

absichtlich ...

αποσκοπώ

beabsichtigen ...

δήλωση πρόθεσης

Absichtserklärung ...

πρόθεση

Absicht ...

πρόθεση ιδιοποίησης

Zueignungsabsicht ...

πρόθεση παραπλάνηση

Taüschungsabsicht ...

πρόκληση πρόθεσης

Absichtsprovokation ...

πρόκληση σκοπού

Absichtsprovokation ...

σκοπεύω

beabsichtigen, vorhaben ...

σκόπιμα

absichtlich ...

σκοπός

Absicht, Zweck ...

σκοπός για απόκτηση πλούτου

Bereicherungsabsicht ...

σκοπός προσπορισμού πλεονεκτήματος

Vorteilsverschaffungsabsicht ...
Zurück / Πίσω