Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Abtei

Definitionen und Übersetzungen für Abtei im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Abtei στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Abtei

ιερά μονή
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Abtei

ierá moní
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

abteilen

διαιρώ, διαχωρίζω ...

Abteilung

τμήμα, υπηρεσία ...

Inkassoabteilung

υπηρεσία είσπραξης αξιών ...

Mahnabteilung

τμήμα διαταγών πληρωμής ...

αββαείο

Abtei ...

διαιρώ

abteilen, dividieren, teilen ...

διαχωρίζω

absondern, abteilen, abtrennen, ...

ιερά μονή

Abtei ...

τμήμα

Abschnitt, Abteilung, Fach, ...

υπηρεσία είσπραξης αξιών

Inkassoabteilung ...
Zurück / Πίσω