Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Achse

Definitionen und Übersetzungen für Achse im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Achse στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Achse

άξονας
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Achse

áxonas
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Achse des Bösen

άξονας του κακού ...

Achselhöhle

μασχάλη ...

anwachsen

αυξάνομαι ...

erwachsen

Verb ανακύπτω, αναφύομαι, ...

Erwachsene

ενήλικη ...

Erwachsener

ενήλικος ...

heranwachsen

αυξάνομαι, ωριμάζω ...

Heranwachsende

αυτή που είναι ...

Heranwachsender

αυτός που είναι ...

Niedersachsen

Κάτω Σαξονία ...

Sachsen

Σαξονία ...

Sachsen-Anhalt

Σαξονία-Άνχαλτ ...

X-Achse

άξονας (των) Χ ...

Y-Achse

'αξονας (των) Ψ, ...

άξονας του κακού

Achse des Bösen ...

αυξάνομαι

ansteigen, anwachsen, heranwachsen, ...

αυτή που είναι σε μετεφηβική ηλικία

Heranwachsende ...

αυτός που είναι σε μετεφηβική ηλικία

Heranwachsender ...

ενήλικας

Erwachsener ...

ενήλικη

Erwachsene ...

ενήλικος

Erwachsener ...

Κάτω Σαξονία

Niedersachsen ...

μασχάλη

Achselhöhle ...

ο μετεφηβικής ηλικίας

Heranwachsender ...

Σαξονία

Sachsen ...

Σαξονία-Άνχαλτ

Sachsen-Anhalt ...

ωριμάζω

heranwachsen, reifen ...
Zurück / Πίσω