Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Acht

Definitionen und Übersetzungen für Acht im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Acht στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Acht

αποβολή, εξόριση, προγραφή
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Acht

apovolí, exórisi, prografí
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Abschlussvollmacht

πληρεξούσιο για σύναψη ...

ächten

αποβάλλω, εξορίζω, προγράφω ...

achtlos

απρόσεκτος ...

Achtung

σεβασμός, προσοχή ...

Anbetracht

αναφορικά, σε σχέση ...

Anscheinsvollmacht

φαινομενική πληρεξουσιότητα ...

Attest

βεβαίωση (Bescheinigung, Bestätigung), ...

Außenvollmacht

πληρεξουσιότητα εξωτερικού ...

Ausübungsermächtigung

εξουσιοδότηση άσκησης ...

Autorität

Αρχή (Behörde), εξουσία ...

Bahnfrachtgeschäft

εργασίες σλδηροδρομικών μεταφορών ...

Bankvollmacht

τραπεζική πληρεξουσιότητα ...

beachten

τηρώ, λαμβάνω υπόψη ...

Beachtung

τήρηση ...

beeinträchtigen

επηρεάζω αρνητικά, θίγω ...

Beeinträchtigung

παραβίαση, προσβολή beenden ...

Befrachter

ναυλωτής ...

Befrachterin

ναυλώτρια ...

Befrachtungstarif

τιμολόγιο ναύλων ...

Befrachtungsvertrag

ναυλοσύμφωνο, σύμβαση μεταφοράς ...

Begutachtung

γνωμοδότηση ...

beobachten

παρατηρώ ...

Beobachtung

παρατήρηση ...

Berechtigung

έννομη εξουσία (legale ...

Besatzungsmacht

δύναμη κατοχής ...

Betracht

άποψη ...

betrachten

παρατηρώ ...

beträchtlich

απέραντος ...

Betrachtung

παρατήρηση, θεώρηση ...

Betrachtungsweise

τρόπος θεώρησης, τρόπος ...

bevollmächtigen

εξουσιοδοτώ ...

bevollmächtigt

εξουσιοδοτημένος ...

Bevollmächtigte

πληρεξούσιος ...

Bevollmächtigter

πληρεξούσιος ...

Bevollmächtigung

πληρεξουσιότητα ...

Blankovollmacht

λευκό πληρεξούσιο ...

Eigenmacht

αυτοδύναμη ενέργεια ...

Einbruch der Nacht

σούρουπο ...

Einzelvollmacht

ειδκό πληρεξούσιο (= ...

Einziehungsermächtigung

εξουσιοδότηση είσπραξης ...

Einzugsermächtigung

εξουσιοδότηση είσπραξης ...

Empfangsbevollmächtigter

δικαιούχος παραλαβής ...

erbbiologisches Gutachten

κληρονομικοβιολογική πραγματογνωμοσύνη ...

Erbpacht

κληρονομική μίσθωση ...

ermächtigen

εξουσιοδοτώ ...

Ermächtigung

εξουσιοδότηση ...

Ermächtigungsgesetz

νόμος εξουσιοδότησης ...

Ermächtigungsgrundlage

βάση εξουσιοδότησης ...

Ersatzvermächtnis

υποκατάσταση κληροδοσίας ...

falsus procurator

(vollmachtloser Vertreter, lateinisch: ...

Fracht

κόμιστρο ...

Frachtbrief

φορτωτική ...

Frachtführer

μεταφορέας ...

Frachtführerin

μεταφορέας ...

Frachtgeld

ναύλα ...

Frachtgut

φορτίο ...

Frachtkosten

μεταφορικά έξοδα ...

Frachtvertrag

σύμβαση μεταφοράς ...

Gattungsvermächtnis

κληροδοσία γένους ...

Generalbevollmächtigter

γενικός πληρεξούσιος ...

Generalvollmacht

γενική πληρεξουσιότητα ...

Gutachten

γνωμοδότηση, γνωμάτευση ...

Gutachter

(ο) πραγματογνώμονας, (ο) ...

Gutachterin

πραγματογνώμονας ...

gute Nacht

καληνύχτα ...

Halten

Substantiv: κατοχή (Besitz), ...

Handlungsbevollmächtigte

εξουσιοδοτημένη προς διενέργεια ...

Handlungsbevollmächtigter

εξουσιοδοτημένος προς διενέργεια ...

Handlungsvollmacht

εξουσιοδότηση για διενέργεια ...

hergebracht

καθιερωμένος, ειθισμένος, πατροπαράδοτος ...

hergebrachter Grundsatz

καθιερωμένη βασική αρχή ...

Hilfsgutachten

βοηθητική γνωμάτευση ...

Hochachtung

υπόληψη, εκτίμηση ...

i.V.

(= in Vollmacht ...

Innenvollmacht

εσωτερική πληρεξουσιότητα ...

Jacht

κότερο, γιώτ ...

Jagdpacht

μίσθωση κυνηγετικού δικαιώματος ...

Kontovollmacht

πληρεξουσιότητα επί λογαριασμού ...

Landpacht

μίσθωση αγροτικού κτήματος ...

Legat

Vermächtnis: κληροδότημα, Gesandter: ...

Macht

εξουσία ...

Machtbereich

αρμοδιότητα ...

Mächte

δυνάμεις ...

machtlos

ανίσχυρος, αδύναμος ...

Machtmissbrauch

κατάχρηση εξουσίας ...

missachten

περιφρονώ, αγνοώ ...

mitbestrafte Nachtat

συντιμωρηθείσα ύστερη πράξη ...

Mitvermächtnis

συγκληροδοσία ...

Nacht

νύχτα ...

Nachtat

μεταγενέστερη πράξη ...

Nachteil

μεινέκτημα, βλάβη, ζημιά, ...

Nachtessen

απόδειπνο ...

Nachtigall

αηδόνι ...

nächtlich

νυκτερινός, νυκτ- ...

Nachtrag

συμπλήρωμα, προσθήκη ...

nachtragen

προσθέτω, συμπληρώνω ...

nachträglich

ύστερος, συμπληρωματικός, επιγενόμενος, ...

nachträglich erworbenes Eigentum

επιγενόμενη κτήση κυριότητας ...

nachträgliche Unmöglichkeit

επιγενόμενη αδυναμία ...

Nachtragsanklage

πρόσθετη κατηγορία ...

Nachtragshaushalt

συμπληρωματικός προϋπολογισμός ...

Nachtwächter

νυχτοφύλακας ...

Nachvermächtnis

καταπιστευτική κληροδοσία ...

Nichtbeachtung

μη τήρηση, μη ...

Obacht

προσοχή, επιμέλεια ...

Pacht

μίσθωση προσοδοφόρου πράγματος, ...

pachten

μισθώνω προσοδοφόρο πράγμα, ...

Pächter

μισθωτής προσοδοφόρου πράγματος, ...

Pächterin

μισθώτρια προσοδοφόρου πράγματος ...

pachtfrei

χωρίς μισθωσή προσοδοφόρου ...

Pachtgut

μισθωμένο προσοδοφόρο αγροτικό ...

Pachtjahr

έτος μίσθωσης προσοδοφόρου ...

Pachtkredit

αγροληπτική πίστωση ...

Pachtpreis

μίσθωμα προσοδοφόρου πράγματος ...

Pachtrückstande

καθυστερούμενα μισθώματα προσοδοφόρου ...

Pachtung

μίσθωμα προσοδοφόρου πράγματος ...

Pachtverhältnis

σχέση μίσθωσης προσοδοφόρου ...

Pachtvertrag

σύμβαση μίσθωσης προσοδοφόρου ...

Pachtzins

μίσθωμα, αγρομίσθωμα ...

politische Verdächtigung

πολιτική υποψία ...

Prozessbevollmächtigte

δικαστική πληρεξούσιος ...

Prozessbevollmächtigter

δικαστικός πληρεξούσιος ...

Prozessvollmacht

δικαστική πληρεξουσιότητα ...

Rechtsgutachten

νομική γνωμοδότηση ...

Rechtsnachteil

νομικό μειονέκτημα ...

Sachverstandigengutachten

έκθεση πραγματογνωμοσύνης ...

Scheinvollmacht

εικονική πληρεξουσιότητα ...

Schiedsgutachter

διαιτητικός πραγματογνώμονας ...

Schiedsgutachterin

διαιτητική πραγματογνώμονας ...

Schlacht

μάχη ...

Seefrachtvertrag

σύμβαση θαλάσσιας μεταφοράς ...

Sex

σεξουαλικότητα (Sexualität), φύλο ...

Spezialhandlungsvollmacht

ειδική εξουσιοδότηση, ειδικό ...

Spezialvollmacht

Ειδκό πληρεξούσιο (= ...

Steuerbevollmächtigte

φορολογική πληρεξούσιος ...

Steuerbevollmächtigter

φορολογικός πληρεξούσιος ...

steuerliche Benachteiligung

φορολογική διάκριση ...

Tatverdacht

υπόνοια τέλεσης ...

trachten

προσπαθώ, επιδιώκω ...

Überwachung

επιτήρηση, εποπτεία, επίβλεψη ...

Unachtsamkeit

αβλεψία, απροσεξία ...

Unterpacht

υπεκμίσθωση προσοδοφόρου πράγματος ...

Unterpächter

υπομισθωτής προσοδοφόρου πράγματος ...

Unterpächterin

υπομισθώτρια προσοδοφόρου πράγματος ...

Untervermächtnis

υποκληροδότηση (F) ...

Untervollmacht

υποπληρεξουσιότητα, μεταπληρεξουσιότητα ...

Vaterschaftsgutachten

πραγματογνωμοσύνη για την ...

verächtlichmachen

εξευτελίζω κάποιον στα ...

Verächtlichmachung

εξευτελισμός κάποιου στα ...

verbotene Eigenmacht

απαγορευμένη αυτοδικία ...

Verdacht

υποψία, υπόνοια ...

verdächtig

ύποπτος ...

Verdächtige

ύποπτη ...

verdächtigen

υποπτεύομαι ...

Verdächtiger

ύποπτος ...

Verdächtigung

υποψία, υπόνοια ...

Verdachtsmoment für betrügerisches Verhalten des Schuldners

ένδειξη για απατηλή ...

verfrachten

φορτώνω, μεταφέρω ...

Verfrachter

φορτωτής, μεταφορέας ...

Verfrachterin

φορτώτρια, μεταφορέας ...

Verfügungsermächtigung

εξουσιοδότηση προς διάθεση ...

Vermächtnis

κληροδοσία, κληροδότημα ...

Vermächtnisnehmer

κληροδόχος ...

Vermächtnisnehmerin

κληροδόχος ...

verpachten

εκπακτώνω, εκμισθώνω ...

Verpächter

εκπακτωτής, εκμισθωτής ...

Verpächterin

εκπακτώτρια, εκμισθώτρια ...

Verpachtung

εκμίσθωση, εκπάκτωση ...

Verschaffungsvermächtnis

κληροδοσία προμηθευταίου αντικειμένου ...

Vertretungsmacht

εξουσία αντιπροσώπευσης ...

Vollmacht

εξουσιοδότηση, πληρεξούσιο ...

Vollmachtgeber

ο εξουσιοδοτών (Plural: ...

vollmachtlos

vollmachtloser Vertreter (lateinisch: ...

Vollmachtsindossament

οπισθογράφηση λόγω πληρεξουσιότητας ...

Vollmachtsurkunde

πληρεξούσιο ...

Vorausvermächtnis

προκληροδότημα ...

Vorbedacht

προμελέτη ...

Vorsorgevollmacht

προληπτική εξουσιοδότηση ...

Wache

σκοπιά (wachposten), τμήμα ...

Wächter

φύλακας, φρουρός ...

Wächterin

φύλακας, φρουρός ...

Wahlvermächtnis

διαζευκτική κληροδοσία, διαζευκτικό ...

Weihnachten

Χριστούγεννα ...

Weihnachtsbaum

χριστουγεννιάτικο δέντρο ...

Yacht

θαλαμηγός, κότερο ...

Zustellungsbevollmächtigte

αντίκλητος ...

Zustellungsbevollmächtigter

αντίκλητος ...

αγροληπτική πίστωση

Pachtkredit ...

αγρομίσθωμα

Pachtzins ...

αγρομίσθωση

Pacht ...

αγρομισθωτής

Pächter ...

αδύναμος

machtlos, schwach ...

αηδόνι

Nachtigall ...

αθέτηση

Ausbleiben, Missachtung ...

αθετώ

ausbleiben, missachten ...

ανίσχυρος

machtlos, schwach ...

αντίκλητος

Anwalt vor Gericht, ...

αντιποίηση

Anmaßung der öffentlichen ...

απαγορευμένη αυτοδικία

verbotene Eigenmacht ...

απέραντος

beträchtlich, unendlich ...

αποβάλλω

ächten ...

αποβολή

Acht ...

απόδειπνο

Nachtessen ...

αποψη

Ansicht, Betracht, Gesichtspunkt, ...

απρόσεκτος

achtlos, nachlässig, unaufmerksam ...

απροσεξία

Unachtsamkeit, Unaufmerksamkeit ...

αρμοδιότητα

Machtbereich ...

αυτοδύναμη ενέργεια

Eigenmacht ...

βάση εξουσιοδότησης

Ermächtigungsgrundlage ...

βοηθητική γνωμάτευση

Hilfsgutachten ...

βουλευμα

Gutachten, vorgerichtlicher Beschluss ...

γενική πληρεξουσιότητα

Generalvollmacht ...

γενικό πληρεξούσιο

Generalvollmacht ...

γιοτ

Yacht ...

γιώτ

Jacht ...

γνωμάτευση

Gutachten ...

γνωμοδότηση

Gutachten ...

δεκαοκτώ

achtzehn ...

δελτίο φορτωτικής

Frachtbrief ...

διαζευκτική κληροδοσία

Wahlvermächtnis ...

διαζευκτικό κληροδότημα

Wahlvermächtnis ...

διαιτητική πραγματογνώμονας

Schiedsgutachterin ...

διαιτητικός πραγματογνώμονας

Schiedsgutachter ...

δικαιούχος παραλαβής

Empfangsbevollmächtigter ...

δικαστική πληρεξούσιος

Prozessbevollmächtigte ...

δικαστική πληρεξουσιότητα

Prozessvollmacht ...

δικαστικός πληρεξούσιος

Prozessbevollmächtigter ...

δύναμη κατοχής

Besatzungsmacht ...

ειδική εξουσιοδότηση

Spezialhandlungsvollmacht ...

ειδικό πληρεξούσιο

Einzelvollmacht, Spezialvollmacht (= ...

ειθισμένος

hergebracht ...

εικονική πληρεξουσιότητα

Scheinvollmacht ...

είκοσι οκτώ

achtundzwanzig ...

έκθεση πραγματογνωμοσύνης

Sachverstandigengutachten ...

εκμισθώνω

vermieten, verpachten ...

εκμίσθωση

Vermietung, Verpachtung ...

εκμισθωτής

Vermieter, Verpächter ...

εκμισθώτρια

Vermieterin, Verpächterin ...

εκπακτώνω

verpachten ...

εκπάκτωση

Verpachtung ...

εκπακτωτής

Verpächter ...

εκπακτώτρια

Verpächterin ...

εκτιμώ

einsch?tzen, kalkulieren, schätzen, ...

εμπορικών πράξεων

Handlungsbevollmächtigte ...

ένδειξη για απατηλή συμπεριφορά του οφειλέτη

Verdachtsmoment für betrügerisches ...

ενενήντα οκτώ

achtundneunzig ...

εξευτελίζω κάποιον στα μάτια άλλων

verächtlichmachen ...

εξευτελισμός κάποιου στα μάτια άλλων

Verächtlichmachung ...

εξήντα οκτώ

achtundsechzig ...

εξορίζω

ächten, exilieren, verbannen ...

εξόριση

Acht ...

εξουσία

Macht, Gewalt, Befugnis ...

εξουσία αντιπροσώπευσης

Vertretungsmacht ...

εξουσιοδοτημένος

berufen (Adj.), bevollmächtigt ...

εξουσιοδοτημένος προς διενέργεια εμπορικών πράξεων

Handlungsbevollmächtigter ...

εξουσιοδότηση

Ermächtigung ...

εξουσιοδότηση άσκησης

Ausübungsermächtigung ...

εξουσιοδότηση για διενέργεια εμπορικών πράξεων

Handlungsvollmacht ...

εξουσιοδότηση είσπραξης

Einziehungsermächtigung ...

εξουσιοδότηση προς διάθεση

Verfügungsermächtigung ...

εξουσιοδοτώ

autorisieren, bevollmächtigen, ermächtigen ...

επηρεάζω αρνητικά

beeinträchtigen ...

επιγενόμενη αδυναμία

nachträgliche Unmöglichkeit ...

επιγενόμενη κτήση κυριότητας

nachträglich erworbenes Eigentum ...

επιγενόμενος

nachträglich ...

επιδιώκω

trachten, verfolgen ...

επιπροσθέτως

nachträglich, zusätzlich ...

επίτροπος

Bevollmächtigter, Geschäftsführer, Vormund, ...

εργασίες σλδηροδρομικών μεταφορών

Bahnfrachtgeschaft ...

εσωτερική πληρεξουσιότητα

Innenvollmacht ...

έτος μίσθωσης προσοδοφόρου πράγματος

Pachtjahr ...

θαλάσσια λεία

Prise (auf See ...

θεώρηση

Ansicht, Betrachtung, Sichtvermerk, ...

θίγω

beeinträchtigen ...

ιατρική γνωμάτευση

ärztliches Attest, ärztliches ...

ισημερία

Äquinoktium, Tagundnachtgleiche ...

ισχύς

Geltung, Gewalt, Gültigkeit, ...

καθιερωμένη βασική αρχή

hergebrachter Grundsatz ...

καθιερωμένος

hergebracht ...

καθολική κληροδοσία

Universalvermächtnis ...

καθυστερούμενα μισθώματα προσοδοφόρου πράγματος

Pachtrückstande ...

καληνύχτα

gute Nacht ...

καταπιστευτική κληροδοσία

Nachvermächtnis ...

καταπιστευτική υποκατάσταση

Nachvermächtnis ...

κατάχρηση εξουσίας

Machtmissbrauch ...

κληροδοσία

Vermächtnis (auch: κληροδότημα) ...

κληροδοσία γένους

Gattungsvermächtnis ...

κληροδοσία προμηθευταίου αντικειμένου

Verschaffungsvermächtnis ...

κληροδότημα

Vermächtnis (s. auch ...

κληροδόχος

Vermächtniserbe, Vermächtnisnehmer ...

κληρονομική μίσθωση

Erbpacht ...

κληρονομικοβιολογική πραγματογνωμοσύνη

erbbiologisches Gutachten ...

κόμιστρο

Fracht ...

κότερο

Kutter, Jacht ...

λαμβάνω υπόψη

beachten, berücksichtigen ...

λευκό πληρεξούσιο

Blankovollmacht ...

μάχη

Kampf, Schlacht ...

μειονέκτημα

Nachteil ...

μεριμνώ

achten, sorgen, Sorge ...

μεταγενέστερη πράξη

Nachtat ...

μεταφέρω

befördern, transferieren, transportieren, ...

μεταφορέας

Frachtführer, Frachtführerin, Spediteur, ...

μεταφορικά έξοδα

Frachtkosten ...

μίσθωμα

Mietzins, Pachtzins ...

μίσθωμα προσοδοφόρου πράγματος

Pachtpreis ...

μισθωμένο προσοδοφόρο αγροτικό κτήμα

Pachtgut ...

μισθώνω προσοδοφόρο πράγμα

pachten ...

μίσθωση αγροτικού κτήματος

Landpacht ...

μίσθωση κυνηγετικού δικαιώματος

Jagdpacht ...

μίσθωση προσοδοφόρου πράγματος

Pacht ...

μισθωτής προσοδοφόρου πράγματος

Pächter ...

μισθώτρια προσοδοφόρου πράγματος

Pächterin ...

ναύλα

Frachtgeld ...

ναυλοσύμφωνο

Befrachtungsvertrag, Chartervertrag ...

ναυλωτής

Befrachter, Charterer ...

ναυλώτρια

Befrachterin ...

νομή κληρονομικού καταπιστεύματος

Fideikommissbesitz, Vermächtnisbesitz ...

νομική γνωμοδότηση

Rechtsgutachten ...

νομικό μειονέκτημα

Rechtsnachteil ...

νόμος εξουσιοδότησης

Ermächtigungsgesetz ...

νυκτ-

nächtlich ...

νύχτα

Nacht ...

νυχτοφύλακας

Nachtwächter ...

ογδόντα

achtzig ...

ογδόντα δύο

zweiundachtzig ...

ογδόντα έν

einundachtzig ...

ογδόντα εννέα

neunundachtzig ...

ογδόντα έξ

sechsundachtzig ...

ογδόντα επτά

siebenundachtzig ...

ογδόντα οκτώ

achtundachtzig ...

ογδόντα πέντε

fünfundachtzig ...

ογδόντα τέσσαρες

vierundachtzig ...

ογδόντα τρείς

dreiundachtzig ...

οικογενειακό καταπίστευμα

Familienfideikommiss, Familienvermächtnis ...

οπισθογράφηση λόγω πληρεξουσιότητας

Vollmachtsindossament ...

οχτώ

acht ...

πακτώνω

pachten ...

πακτωτής

Pächter ...

παρατήρηση

Beobachtung, Randbemerkung ...

παρατηρώ

ansehen, beobachten, betrachten, ...

πατροπαράδοτος

hergebracht ...

πενήντα οκτώ

achtundfünfzig ...

περιφρονώ

missachten ...

πληρεξούσιο

Vollmacht ...

πληρεξούσιο για σύναψη συμφωνίας

Abschlussvollmacht ...

πληρεξούσιο με ειδικότερες εντολές

Einzelvollmacht, Spezialvollmacht, Vollmacht ...

πληρεξούσιος

Bevollmächtigter, Bevollmächtigte, Mandatar, ...

πληρεξουσιότητα

Bevollmächtigung, Vollmacht ...

πληρεξουσιότητα εξωτερικού

Außenvollmacht ...

πολιτική υποψία

politische Verdächtigung ...

πραγματογνωμοσύνη για την αναγνώριση της πατρότητας

Vaterschaftsgutachten ...

προγραφή

Acht ...

προγράφω

ächten ...

προκληροδότημα

Prälegat, Vorausvermächtnis ...

προληπτική εξουσιοδότηση

Vorsorgevollmacht ...

προμελέτη

Vorbedacht ...

προσέχω

beobachten, berücksichtigen ...

πρόσθετη κατηγορία

Nachtragsanklage ...

προσθέτω

nachtragen, zugeben, zusetzen ...

προσθήκη

Allonge, Anbau, Anhang, ...

προσοχή

Achtung, Obacht, Vorsicht ...

προσπαθώ

trachten, versuchen ...

σαράντα οκτώ

achtundvierzig ...

σεβασμός

Achtung, Respekt ...

σέβομαι

achten, respektieren ...

σεβόμενος το περιβάλλον

in Achtung der ...

σούρουπο

Dämmerung, Dunkelwerden, Einbruch ...

συγκληροδοσία

Mitvermächtnis ...

σύμβαση θαλάσσιας μεταφοράς

Seefrachtvertrag ...

σύμβαση μεταφοράς

Beförderungsvertrag, Frachtvertrag ...

σύμβαση μίσθωσης προσοδοφόρου πράγματος

Pachtvertrag ...

συμπαράσταση

Beistand, Beaufsichtigung, Beobachtung, ...

συμπλήρωμα

Ergänzung, Nachtrag, Zusatz ...

συμπληρωματικός

ergänzend, nachträglich, zusätzlich ...

συμπληρωματικός προϋπολογισμός

Nachtragshaushalt ...

συμπληρώνω

ausfüllen, ergänzen, nachtragen ...

συντιμωρηθείσα ύστερη πράξη

mitbestrafte Nachtat ...

σχέση αγρομίσθωσης

Pachtverhältnis ...

σχέση μίσθωσης προσοδοφόρου πράγματος

Pachtverhältnis ...

τήρηση

Beachtung, Befolgung, Einhaltung, ...

τηρώ

beachten, befolgen, einhalten, ...

τιμολόγιο ναύλων

Befrachtungstarif ...

τραπεζική πληρεξουσιότητα

Bankvollmacht ...

τριάντα οκτώ

achtunddreißig ...

τρόπος θεώρησης

Betrachtungsweise ...

τρόπος παρατήρησης

Betrachtungsweise ...

υπεκμίσθωση

Unterpacht ...

υπεκμίσθωση προσοδοφόρου πράγματος

Unterpacht ...

υποκατάσταση κληροδοσίας

Ersatzvermächtnis ...

υποκληροδοσία

Untervermächtnis ...

υποκληροδότηση

Untervermächtnis ...

υποκληροδόχος

Untervermächtnisnehmer ...

υπόληψη

Hochachtung, Ruf, Schätzung ...

υπομισθωτής προσοδοφόρου πράγματος

Unterpächter ...

υπομισθώτρια προσοδοφόρου πράγματος

Unterpächterin ...

υπόνοια

Besorgnis, Verdacht, Verdächtigung ...

υπόνοια τέλεσης

Tatverdacht ...

υποπληρεξουσιότητα

Untervollmacht ...

υποπτεύομαι

verdächtigen ύποπτη Verdächtige ...

υποψία

Argwohn, Verdacht, Verdächtigung ...

ύστερος

nachträglich ...

φαινομενική πληρεξουσιότητα

Anscheinsvollmacht ...

φορολογική διάκριση

steuerliche Benachteiligung ...

φορολογική πληρεξούσιος

Steuerbevollmächtigte ...

φορολογικός πληρεξούσιος

Steuerbevollmächtigter ...

φορτώνω

laden, aufladen, verfrachten, ...

φορτωτής

Verfrachter ...

φορτωτική

Frachtbrief ...

φορτώτρια

Verfrachterin ...

φροντίζω

achten, besorgen, pflegen, ...

φρουρός

Wächterin ...

φύλακας

Hüter, Hüterin, Wächter, ...

Χριστούγεννα

Weihnachten ...

χριστουγεννιάτικο δέντρο

Weihnachtsbaum ...

χωρίς μισθωσή προσοδοφόρου πράγματος

pachtfrei ...

ψευδοαντιπρόσωπος

falsus procurator, Vertreter ...
Zurück / Πίσω