Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Adel

Definitionen und Übersetzungen für Adel im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Adel στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Adel

ευγενείς
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Adel

evgenís
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Adelheid

Αδελαΐδα ...

adeln

απονέμω τίτλο ευγενείας ...

Adelsstand

τάξη των ευγενών ...

Guadeloupe

Γουαδελούπη ...

Rädelsführer

αρχισυνωμότης ...

Rädelsführerin

αρχισυνωμότισσα ...

Schädel

κρανίο ...

tadellos

άψογος ...

Αδελαΐδα

Adelheid ...

απονέμω τίτλο ευγενείας

adeln ...

αρχισυνωμότης

Rädelsführer ...

αρχισυνωμότισσα

Rädelsführerin ...

άψογος

tadellos ...

Γουαδελούπη

Guadeloupe ...

ευγενείς

Adel ...

κρανίο

Schädel ...

μέλος της υψηλής αριστοκρατίας

Mitglied des Hochadels, ...

τάξη των ευγενών

Adelsstand, Junkertum ...
Zurück / Πίσω