Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Affe

Definitionen und Übersetzungen für Affe im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Affe στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Affe

πίθηκος
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Affe

píthikos
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

ABC-Waffe

ατομικό βιολογικό χημικό ...

ABC-Waffen

ατομικά βιολογικά χημικά ...

abschaffen

καταργώ ...

Affekt

αψιθυμία ...

Affektion

διάθεση ...

Affektionsinteresse

διαφέρον διάθεσης ...

Affektionswert

συναισθηματική αξία, αξία ...

beschaffen

πλασμένος (Adj.), προμηθεύω ...

Beschaffenheit

υφή, φύση, κατάσταση, ...

besorgen

προμηθεύω (verschaffen), φροντίζω ...

Chemiewaffe

χημικό όπλο ...

Chemiewaffenübereinkommen

Συμφωνία για τον ...

Geschoss

βλήμα (> Waffe), ...

Giraffe

καμηλοπάρδαλη ...

Kaffee

καφές ...

Klammeraffe

παπάκι ...

Kriegswaffe

πολεμικό όπλο ...

Kriegswaffenkontrolle

έλεγχος των πολεμικών ...

Kriegswaffenkontrollgesetz

νόμος για τον ...

kupfern

χάλκινος (aus Kupfer ...

schaffen

δημιουργώ, παράγω ...

Schusswaffe

πυροβόλο όπλο ...

sichverschaffen

προσπορίζομαι, αποκτώ ...

Tatwaffe

το όπλο με ...

Verschaffen

πορισμός, εξασφάλιση, παροχή ...

Waffe

όπλο ...

Waffenbesitz

κατοχή όπλου ...

Waffengesetz

νόμος περί όπλων ...

Waffengleichheit

ισότητα όπλων ...

Waffenkontrolle

έλεγχος των όπλων ...

Waffenkontrollgesetz

νόμος περί ελέγχου ...

Waffenrecht

δίκαιο των όπλων, ...

Waffenschein

άδεια οπλοφορίας ...

Waffenstillstand

ανακωχή ...

Wehrlosigkeit

άοπλο (ohne Waffe) ...

wiederbeschaffen

επανακτώ ...

άδεια οπλοφορίας

Waffenschein ...

ανακωχή

Waffenstillstand ...

αξία από διάθεση

Affektionswert ...

αποκτώ

sichverschaffen ...

ατομικά βιολογικά χημικά όπλα

ABC-Waffen ...

ατομικό βιολογικό χημικό όπλο

ABC-Waffe ...

αψιθυμία

Affekt ...

βλήμα

Geschoss (einer Waffe) ...

γεμιστήρας

Magazin (einer Waffe) ...

δημιουργώ

schaffen, schöpfen ...

διάθεση

Affektion, Disposition, Stimmung, ...

διαφέρον διάθεσης

Affektionsinteresse ...

δίκαιο των όπλων

Waffenrecht ...

δικαίωμα χρήσης όπλων

Waffenrecht ...

έλεγχος των όπλων

Waffenkontrolle ...

έλεγχος των πολεμικών όπλων

Kriegswaffenkontrolle ...

εξασφαλίζω

absichern, verschaffen ...

εξασφάλιση

Absicherung, Sicherstellung, Sicherung, ...

επανακτώ

wiederbeschaffen ...

ισότητα όπλων

Waffengleichheit ...

καμηλοπάρδαλη

Giraffe ...

καταργώ

abrogieren, abschaffen, annullieren, ...

κατοχή όπλου

Waffenbesitz ...

καφενείο

Café, Kaffeehaus ...

καφές

Kaffee ...

μοίρα

Anteil, Erbteil, math.: ...

νόμος για τον έλεγχο πολεμικών όπλων

Kriegswaffenkontrollgesetz ...

νόμος περί ελέγχου των όπλων

Waffenkontrollgesetz ...

νόμος περί όπλων

Waffengesetz ...

όπλο

Waffe ...

παράγω

erzeugen, herstellen, produzieren, ...

παρέχω

einräumen, gewähren, leisten, ...

παροχή

Leistung, Verschaffen, Verschaffung, ...

πίθηκος

Affe ...

πλασμένος

beschaffen (Adj.) ...

ποιόν

Beschaffenheit ...

πολεμικό όπλο

Kriegswaffe ...

πορισμός

Verschaffen, Verschaffung ...

προμηθεύω

beschaffen (V.), besorgen, ...

προσπορίζομαι

sichverschaffen ...

προσπορίζω

verschaffen, zuwenden ...

πυροβόλο όπλο

Schusswaffe ...

Συμφωνία για τον περιορισμό των χημικών όπλων

Chemiewaffenübereinkommen ...

συναισθηματική αξία

Affektionswert ...

το όπλο με το οποίο τελέσθηκε το έγκλημα

Tatwaffe ...

υφή

Beschaffenheit ...

χημικό όπλο

Chemiewaffe ...
Zurück / Πίσω