Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Ahle

Definitionen und Übersetzungen für Ahle im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Ahle στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Ahle

σουβλί
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Ahle

suvlí
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

abführen

αποδίδω / αποδίνω ...

abgelten

αποζημιώνω (entschädigen), αποκαθιστώ ...

abzahlen

αποπληρώνω, ξεπληρώνω, πληρώνω ...

anzahlen

δίνω προκαταβολή ...

auswählen

επιλέγω ...

auszahlen

εξοφλώ ...

bezahlen

πληρώνω ...

einzahlen

πληρώνω, καταβάλλω ...

Gaszähler

μετρητής αερίου ...

Kommunalwahlen

δημοτικές εκλογές ...

nachzahlen

πληρώνω εκ των ...

stählern

χαλύβδινος ...

Steuerzahler

φορολογούμενος ...

Steuerzahlerbund

ένωση φορολογουμένων ...

Stimme

ψήφος (Wählerstimme) ...

vermählen

παντρεύομαι (heiraten, sich ...

wählen

ψηφίζω, εκλέγω, επιλέγω ...

Wähler

εκλογέας ...

Wählerbestechung

δωροδοκία εκλογέα ...

Wählerin

εκλογέας ...

Wählernötigung

βία κατά εκλογέα ...

Wählerschaft

εκλογικό σώμα ...

Wählertäuschung

εξαπάτηση εκλογέα ...

zahlen

πληρώνω, εξοφλώ, καταβάλλω ...

zurückzahlen

επιστρέφω χρήματα ...

αποπληρώνω

abzahlen ...

βία κατά εκλογέα

Wählernötigung ...

διαλέγω

auswählen ...

δίνω προκαταβολή

anzahlen ...

δωροδοκία εκλογέα

Wählerbestechung ...

εκλέγω

wählen ...

εκλογέας

Wählerin ...

εκλογικό σώμα

Wählerschaft ...

ένωση φορολογουμένων

Steuerzahlerbund ...

εξαπάτηση εκλογέα

Wählertäuschung ...

εξοφλώ

begleichen, etwas vollständig ...

επιλέγω

auswählen, wählen ...

επιστρέφω χρήματα

zurückzahlen ...

καταβάλλω

entrichten, zahlen ...

μετρητής αερίου

Gaszähler ...

νέες εκλογές

Neuwahl, Neuwahlen ...

ξεπληρώνω

abzahlen ...

παντρεύομαι

ehelichen, heiraten, vermählen ...

πληρώνω

bezahlen, zahlen ...

πληρώνω εκ των

υστέρων nachzahlen ...

πληρώνω επιπρόσθετα

nachzahlen ...

πληρώνω με δόσεις

abzahlen ...

πληρώνω πρόστιμο

Bußgeld / Geldstrafe ...

πληρωτής

Zahler ...

πληρώτρια

Zahlerin ...

σουβλί

Ahle, Spieß ...

φορολογούμενος

Steuerzahler ...

χαλύβδινος

stählern ...

ψηφίζω

abstimmen, stimmen, verabschieden, ...

ψήφος

Stimmabgabe, Stimme (Wählerstimme), ...
Zurück / Πίσω