Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Akkreditiv

Definitionen und Übersetzungen für Akkreditiv im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Akkreditiv στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Akkreditiv

(τραπεζική) ενέγγυα πίστωση (Bankgarantie, Kreditbrief
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Akkreditiv

(trapezikí) enéngya pístosi (Bankgarantie, Kreditbrief
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Eroeffnung eines Akkreditivs: άνοιγμα (τραπεζικής) ενέγγυας πίστωσης
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Dokumentenakkreditiv

ενέγγυα πίστωση, άνοιγμα ...

Importakkreditiv

εισαγωγική ενέγγυα πίστωση ...

ανοιγμα πίστωσης έναντι εγγράφων

Dokumentenakkreditiv ...

διαπιστευτήριο

Akkreditiv ...

εγγυητική επιστολή

Akkreditiv, Bankgarantie, Kreditbrief ...

εισαγωγική ενέγγυα πίστωση

Importakkreditiv ...

ενέγγυα πίστωση

Akkreditiv, Bankgarantie, Kreditbrief ...

πίστωση

Akkreditiv, Anrechnung, Haben, ...
Zurück / Πίσω