Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Akte

Definitionen und Übersetzungen für Akte im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Akte στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Akte

πράξη, φάκελος υπόθεσης, πρακτικά, δικογραφία
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Akte

práxi, fákelos ypóthesis, praktiká, dikografía
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

abstrakte Normenkontrolle

αφηρημένος έλεγχος κανόνων ...

abstraktes Gefährdungsdelikt

έγκλημα αφηρημένης διακινδύνευσης ...

Akteneinsicht

λήψη γνώσης δικογραφίας, ...

aktenkundig

ενήμερος για το ...

Aktenlage

κατά τη δικογραφία ...

Aktenvermerk

σημείωση για φάκελο ...

Aktenversendung

αποστολή φακέλου ...

Aktenvortrag

ανακοίνωση δικογραφίας, απαγγελία ...

Aktenzeichen

αριθμός πρωτοκόλλου ...

Bakterie

βακτήριο, βακτηρίδιο ...

Bakterium

βακτήριο, βακτηρίδιο ...

Beiakten

υποφάκελος ...

Briefumschlag

φάκελος (auch: Akte) ...

Buchstabe

γράμμα (auch: Brief), ...

Charakter

χαρακτήρας ...

charakteristisch

χαρακτηριστικός ...

Einheitliche

Europäische Akte Ενιαία ...

Entscheidung nach Lage der Akten

απόφαση βάσει των ...

Europäische Akte

Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη ...

Gerichtsakten

δικογραφίες ...

Personalakte

ατομικός φάκελος ...

Rechtsakte der Europäischen Gemeinschaften

νομικές πράξεις των ...

Vorgang

συμβάν (Ereignis), περιστατικό ...

Zeichen

σήμα, σημάδι (Mal), ...

ανακοίνωση δικογραφίας

Aktenvortrag ...

απαγγελία δικογραφίας

Aktenvortrag ...

αποστολή φακέλου

Aktenversendung ...

απόφαση βάσει των στοιχείων της δικογραφίας

Entscheidung nach Lage ...

ατομικός φάκελος

Personalakte ...

αφηρημένη ενοχή

culpa in abstracto, ...

αφηρημένος έλεγχος κανόνων δικαίου abstrakte

Normenkontrolle ...

βακτήρια

Bakterien ...

βακτήριο

Bakterium ...

διακριτικό καταχώρησης φακέλου

Aktenzeichen ...

δικογραφία

Akte ...

δικογραφίες

Gerichtsakten ...

έγκλημα αφηρημένης διακινδύνευσης

abstraktes Gefährdungsdelikt ...

ενήμερος για το περιεχόμενο δικογραφίας

aktenkundig ...

Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη

Einheitliche Europäische Akte, ...

κατά τη δικογραφία

Aktenlage ...

λήψη γνώσης δικογραφίας

Akteneinsicht ...

λήψη γνώσης πρακτικών

Akteneinsicht ...

λήψη γνώσης φακέλου υπόθεσης

Akteneinsicht ...

νομικές πράξεις των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

Rechtsakte / Rechtshandlungen ...

πρακτικά

Akte ...

σημείωση για φάκελο

Aktenvermerk ...

υποφάκελος

Beiakten ...

φάκελος

Akte, Briefumschlag, Umschlag ...

φάκελος υπόθεσης

Akte ...

χαρακτήρας

Charakter ...

χαρακτηριστικός

charakteristisch ...
Zurück / Πίσω