Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Aktion

Definitionen und Übersetzungen für Aktion im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Aktion στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Aktion

δράση, ενέργεια
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Aktion

drási, enérgia
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Abstraktion

αφαίρεση ...

Abstraktionsprinzip

αρχή της αφαίρεσης ...

Aktionär

μέτοχος ...

Aktionärsklage

αγωγή μετόχου ...

Fraktion

κοινοβουλευτική ομάδα ενός ...

Fraktionszwang

εξαναγκασμός για ομοφωνία ...

Handeln

Substantiv: δράση (Aktion), ...

Hauptaktionär

κύριος μέτοχος ...

Hauptaktionärin

κυρία μέτοχος ...

Interaktion

αλληλεπενέργεια ...

Reaktion

αντίδραση ...

Reaktionär

αντιδραστικός ...

Reaktionärin

αντιδραστική ...

Reaktionszeit

χρόνος αντίδρασης ...

Satisfaktion

ικανοποίηση ...

Transaktion

συναλλαγή ...

αγωγή μετόχου

Aktionärsklage ...

αλληλεπενέργεια

Interaktion ...

αντίδραση

Reaktion ...

αντιδραστική

Reaktionärin ...

αντιδραστικός

Reaktionär ...

αρχή της αφαίρεσης

Abstraktionsprinzip ...

αφαίρεση

Abnahme, Abrechnung, Abstraktion, ...

δράση

Aktion, Handeln, Handlung, ...

ενέργεια

Akt, Aktion, Auswirkung, ...

εξαναγκασμός για ομοφωνία των βουλευτών ενός κόμματος

Fraktionszwang ...

ικανοποίηση

Befriedigung, Genugtuung, Satisfaktion ...

κοινοβουλευτική ομάδα ενός κόμματος

Fraktion ...

κυρία μέτοχος

Hauptaktionärin ...

κύριος μέτοχος

Hauptaktionär ...

μέτοχος

Aktionär, Aktionärin, Anteilseigner, ...

χρόνος αντίδρασης

Reaktionszeit ...
Zurück / Πίσω