Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Altenteil

Definitionen und Übersetzungen für Altenteil im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Altenteil στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Altenteil

νομικά κατωχυρωμένη παροχή που απολαμβάνει ο γεωργός όταν παραχωρεί κτήμα σε διάδοχο
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Altenteil

nomiká katochyroméni parochí pu apolamváni o georgós ótan parachorí ktíma se diádocho
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Altenteilsrecht

δικαίωμα για τη ...

Gewaltenteilung

διάκριση εξουσιών ...

διάκριση εξουσιών

Gewaltenteilung ...

δικαίωμα για τη νομικά κατωχυρωμένη παροχή που απολαμβάνει ο γεωργός όταν παραχωρεί κτήμα σε διάδοχο

Altenteilsrecht ...

νομικά κατωχυρωμένη παροχή που απολαμβάνει ο γεωργός όταν παραχωρεί κτήμα σε διάδοχο

Altenteil ...
Zurück / Πίσω