Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Alter

Definitionen und Übersetzungen für Alter im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Alter στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Alter

ηλικία, γήρας
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Alter

ilikía, gíras
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

alternativ

εναλλακτικός ...

Alternative

ενάλλαγμα, εναλλακτική λύση, ...

Alternativobligation

διαζευκτική ενοχή ...

Altersgrenze

όριο ηλικίας ...

Altershilfe

επίδομα γήρατος ...

Alterspräsident

πρόεδρος λόγω ηλικίας ...

Alterspräsidentin

πρόεδρος λόγω ηλικίας ...

Altersrente

σύνταξη γήρατος ...

Altersruhegeld

σύνταξη γήρατος ...

Altersteilzeit

μερική απασχόληση λόγω ...

Altersversorgung

σύνταξη γήρατος ...

Amtswalter

φορέας δημόσιας εξουσίας ...

Amtswalterin

φορέας δημόσιας εξουσίας ...

Besoldungsdienstalter

μισθολογική αρχαιότητα ...

Bodenaltertum

αρχαιολογικό εύρημα ...

Buchhalter

λογιστής ...

Buchhalterin

λογίστρια ...

Dienstalter

υπηρεσιακή αρχαιότητα ...

facultas alternativa

διαζευκτική ευχέρεια ...

Fahrzeughalter

κάτοχος οχήματος ...

Fahrzeughalterin

κάτοχος οχήματος ...

Finanzbuchhalter

χρηματοοικονομικός λογιστής ...

Gangschalter

μοχλός ταχυτήτων ...

gesetzliches Rentenalter

υποχρεωτικό όριο ηλικίας ...

Halter

κάτοχος ...

Halterin

κάτοχος ...

Insolvenzverwalter

σύνδικος της πτώχευσης ...

Insolvenzverwalterin

σύνδικος πτώχευσης ...

Konkursverwalter

σύνδικος της πτώχευσης ...

Konkursverwalterin

σύνδικος πτώχευσης ...

Kraftfahrzeughalter

κάτοχος αυτοκινήτου ...

Kraftfahrzeughalterin

κάτοχος αυτοκινήτου ...

Lagerhalter

επιχειρηματίας αποθήκευσης, θεματοφύλακας ...

Lagerhalterin

επιχειρηματίας αποθήκευσης, θεματοφύλακας ...

Lagerverwalter

υπεύθυνος αποθήκης ...

Lebensalter

ηλικία ...

Lokaltermin

δικάσιμος στον τόπο ...

Masseverwalter

σύνδικος πτώχευσης ...

Masseverwalterin

σύνδικος πτώχευσης ...

Nachlassverwalter

εκκαθαριστής της κληρονομίας ...

Nachlassverwalterin

εκκαθαρίστρια της κληρονομίας ...

Sachwalter

συνήγορος, εκπρόσωπος των ...

Sachwalterin

συνήγορος, εκπρόσωπος των ...

schalten

ενεργοποιώ διακόπτη (Schalter ...

Schalter

θυρίδα, διακόπτης ...

Statthalter

ανώτερος διοικητικός υπάλληλος ...

Statthalterin

ανώτερη διοικητική υπάλληλος ...

subaltern

κατώτερος, υποδεέστερος ...

Tierhalter

κάτοχος ζώου ...

Tierhalterin

κάτοχος ζώου ...

Vermögensverwalter

διαχειριστής περιουσίας ...

Vermögensverwalterin

διαχειρίστρια περιουσίας ...

Verwalter

διαχειριστής ...

Verwalterin

διαχειρίστρια ...

Verweser

διαχειριστής (Verwalter) ...

Verweserin

διαχειρίστρια (Verwalterin) ...

Zuhälter

μαστροπός ...

Zuhälterei

μαστροπεία ...

Zwangsverwalter

αναγκαστικός διαχειριστής ...

Zwangsverwalterin

αναγκαστική διαχειρίστρια ...

αναγκαστική διαχειρίστρια

Zwangsverwalterin ...

αναγκαστικός διαχειριστής

Zwangsverwalter ...

ανώτερη διοικητική υπάλληλος μιας περιοχής

Statthalterin ...

ανώτερος διοικητικός υπάλληλος μιας περιοχής

Statthalter ...

αρχαϊκός archaisch αρχαιολογικό εύρημα

Bodenaltertum ...

γήρας

Alter ...

διαζευκτική ενοχή

Alternativobligation, Wahlschuld ...

διαζευκτική ευχέρεια

Ersetzungsbefugnis, facultas alternativa, ...

διάζευξη

Alternative ...

διακόπτης

Schalter ...

διακρίνω

distinguieren (im Verfahrensrecht ...

διαχειριστής περιουσίας

Vermoegensverwalter ...

διαχειρίστρια περιουσίας

Vermögensverwalterin ...

δικάσιμος στον τόπο τέλεσης της πράξης

Lokaltermin ...

εκκαθαριστής της κληρονομίας

Nachlassverwalter ...

εκκαθαρίστρια της κληρονομίας

Nachlassverwalterin ...

εκπρόσωπος των συμφερόντων των δανειστών

Sachwalterin ...

ενάλλαγμα

Alternative ...

εναλλακτική λύση

Alternative ...

εναλλακτικός

alternativ ...

επίδομα γήρατος

Altershilfe ...

επιχειρηματίας αποθήκευσης

Lagerhalterin ...

ηλικία

Alter, Lebensalter ...

θεματοφύλακας εμπορικής παρακαταθήκης

Lagerhalterin ...

θυρίδα

Fach, Schalter ...

κάτοχος

Besitzerin, Halterin, Inhaberin, ...

κάτοχος αυτοκινήτου

Kraftfahrzeughalterin ...

κάτοχος ζώου

Tierhalterin ...

κάτοχος οχήματος

Fahrzeughalter ...

κατώτερος

mindere, subaltern ...

λογιστής

Buchhalter ...

λογίστρια

Buchhalterin ...

μαστροπεία

Kuppelei, Zuhälterei ...

μερική απασχόληση λόγω γήρατος

Altersteilzeitarbeit ...

μισθολογική αρχαιότητα

Besoldungsdienstalter ...

μοχλός ταχυτήτων

Gangschalter ...

όριο ηλικίας

Altersgrenze ...

πρόεδρος λόγω ηλικίας

Alterspräsidentin ...

σύνδικος

Syndikus, Konkursverwalter ...

σύνδικος πτώχευσης

Insolvenzverwalterin, Masseverwalterin, Konkursverwalterin ...

σύνδικος της πτώχευσης

Insolvenzverwalter ...

συνήγορος

Fürsprecherin, Sachwalterin ...

σύνταξη γήρατος

Altersruhegeld, Altersversorgung, Leibzucht ...

υπεύθυνος αποθήκης

Lagerverwalter ...

υπηρεσιακή αρχαιότητα

Dienstalter ...

υποδεέστερος

subaltern, untergeordnet ...

υποχρεωτικό όριο ηλικίας συνταξιοδότησης

gesetzliches Rentenalter ...

φορέας δημόσιας εξουσίας

Amtswalter, Amtswalterin ...

χρηματοοικονομικός λογιστής

Finanzbuchhalter ...
Zurück / Πίσω