Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Anhang

Definitionen und Übersetzungen für Anhang im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Anhang στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Anhang

παράρτημα, προσάρτημα, προσθήκη
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Anhang

parártima, prosártima, prosthíki
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

anhängen

αναρτώ, προσαρτώ ...

Anhänger

Kfz: ρυμουλκούμενο όχημα, ...

anhängig

εκκρεμής Anhängigkeit εκκρεμότητα, ...

Rechtsanhängigkeit

εκκρεμοδικία ...

Sattelanhänger

ημιρυμουλκούμενο όχημα, επικαθήμενο ...

αναρτώ

anhängen, anschlagen ...

εκκρεμής

anhängig, rechtshängig, schwebend ...

εκκρεμοδικία

Litispendenz, Rechtsanhängigkeit, Rechtshängigkeit ...

εκκρεμότητα

Anhängigkeit ...

επιδικία

Anhängigkeit ...

παράρτημα

Anhang, Zubehör ...

προσάρτημα

Anhang, Annex ...

προσαρτώ

anhängen, anheften, annektieren, ...

προσθήκη

Allonge, Anbau, Anhang, ...
Zurück / Πίσω