Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Anis

Definitionen und Übersetzungen für Anis im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Anis στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Anis

άνηθο, άνηθος, γλυκάνισο, γλυκάνισος
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Anis

ánitho, ánithos, glykániso, glykánisos
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

afghanisch

αφγανικός ...

Afghanistan

Αφγανιστάν ...

Albanisch

Αλβανική ...

Amerikanisch-Samoa

Αμερικανική Σαμόα ...

angloamerikanisches Recht

Αγγλοα-μερικανικό Δίκαιο ...

Anti-Germanismus

αντι-γερμανισμός ...

Antigermanismus

αντιγερμανισμός ...

Aserbaidschanisch

Αζερικά ...

brasilianisch

βραζιλάνικος ...

Dänisch

δανέζικα ...

das kommt mir Spanisch vor

(αυτά) είναι κινέζικα ...

Dominikanische Republik

Δομινικανή Δημοκρατία ...

EOPYY

Nationaler Organismus für ...

indianisch

ινδιάνικος ...

internationale Organisation

διεθνής οργανισμός ...

katalanisch

Καταλανικά ...

Koreanisch

Κορεατικά ...

Körperschaft

οργανισμός (Organisation) ...

Neuhegelianismus

νεοεγελιανισμός ...

Neukantianismus

νεοκαντιανισμός ...

Nichtregierungsorganisation

Μη Κυβερνητικός Οργανισμός, ...

nichtstaatliche Organisation

Μη Κυβερνητικός Οργανισμός, ...

nordamerikanischer Bison

βόνασος ...

Okzitanisch

οσιτανικά ...

Organisation

οργανισμός, οργάνωση ...

Organisationsklausel

ρήτρα οργάνωσης ...

Organisationsmangel

οργανωτική έλλειψη ...

Organisator

οργανωτής ...

organisatorisch

(Adj.) οργανωτικός ...

organisieren

οργανώνω ...

organisierter Streik

οργανωμένη απεργία ...

Organismus

οργανισμός ...

republikanisch

ρεπουμπλικανικός ...

rumänisch

ρουμάνικος ...

spanisch

ισπανικός ...

Vatikanisches Konzil

Σύνοδος του Βατικανού ...

Weltorganisation für geistiges Eigentum

Παγκόσμιος Οργανισμός Προστασίας ...

Zentralafrikanische Republik

Κεντροαφρικανική Δημοκρατία ...

αγγλοαμερικανικό Δίκαιο

angloamerikanisches Recht ...

Αζερικά

Aserbaidschanisch ...

Αλβανική

Albanisch ...

αλβανικός

albanisch ...

Αμερικανική Σαμόα

Amerikanisch-Samoa ...

άνηθο

Anis ...

αντι-γερμανισμός

Anti-Germanismus, Antigermanismus, ...

αντιγερμανισμός

Antigermanismus ...

αφγανικός

afghanisch ...

Αφγανιστάν

Afghanistan ...

βόνασος

Nordamerikanischer Bison ...

βραζιλάνικος

brasilianisch ...

δανέζικα

Dänisch ...

δανέζικος

dänisch ...

διεθνής οργανισμός

internationale Organisation ...

Διεθνής Οργάνωση Εργασίας

Internationale Arbeitsorganisation ...

Δομινικανή Δημοκρατία

Dominikanische Republik ...

είναι κινέζικα για μένα

das kommt mir ...

ΕΟΠΥΥ

Nationaler Organismus für ...

εταιρία διαχείρισης της πνευματικής ιδιοκτησίας στα μουσικά έργα

Gesellschaft für musikalische ...

ινδιάνικος

indianisch ...

ισπανικά

Spanisch ...

ισπανικός

spanisch ...

Καταλανικά

Katalanisch ...

Κεντροαφρικανική Δημοκρατία

Zentralafrikanische Republik ...

Κορεατικά

Koreanisch ...

Μη Κυβερνητικός Οργανισμός

Nichtregierungsorganisation, nichtstaatliche Organisation, ...

νεοεγελιανισμός

Neuhegelianismus ...

νεοκαντιανισμός

Neukantianismus ...

Ο.Κ.Χ.Ε.

Abk. für Οργανισμός ...

Ο.Τ.Ε.

Abk. für Οργανισμός ...

ΟΑΕΔ

Arbeitsverwaltung, Organisation für ...

ΟΓΕΕΚΑ

Abk. für Οργανισμός ...

ΟΚΧΕ

Abk. für Οργανισμός ...

ΟΠΕΚΕΠΕ

Abk. für Οργανισμός ...

οργανισμός

Anstalt, Körperschaft, Korporation, ...

Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού

Organisation für Beschäftigung ...

Οργανισμός Ασφάλειας και Συνεργασίας στην Ευρώπη

Organisation über Sicherheit ...

οργανωμένη απεργία

organisierter Streik ...

οργανωμένο έγκλημα

Mafia, organisiertes Verbrechen ...

οργανώνω

organisieren ...

οργάνωση

Organisation ...

οργανωτική έλλειψη

Organisationsmangel ...

οσιτανικά

Okzitanisch ...

ΟΤΕ

Abk. für Οργανισμός ...

Παγκόσμιος Οργανισμός Προστασίας της Ιδιοκτησίας επί των έργων της διανοίας

Weltorganisation für geistiges ...

πανικός

Panik Substantiv), panisch ...

ρεπουμπλικανικός

republikanisch ...

ρήτρα οργάνωσης

Organisationsklausel ...

ρουμάνικα

Rumänisch ...

ρουμάνικος

rumänisch ...

Σύνοδος του Βατικανού

Vatikanisches Konzil ...

Συστήματα μεταβλητού χρονισμού βαλβίδων

Steuerzeitenregler, variabler Ventilsteuerzeiten-Regelmechanismus ...
Zurück / Πίσω