Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Anklage

Definitionen und Übersetzungen für Anklage im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Anklage στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Anklage

καταγγελία, κατηγορία
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Anklage

katangelía, katigoría
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Anklagebank

εδώλιο του κατηγορουμένου ...

Anklageerhebung

έγερση της ποινικής ...

Anklageerzwingung

εξαναγκασμός εισαγγελέα για ...

Anklagemonopol

μονοπώλιο εισαγγελέα να ...

anklagen

καταγγέλλω, κατηγορώ ...

anklagend

κατηγορητικός ...

Ankläger

κατήγορος, μηνυτής ...

Anklägerin

κατήγορος, μηνύτρια ...

Anklageschrift

κατηγορητήριο, παραπεμπτικό βούλευμα ...

Anklageverlesung

ανάγνωση του κατηγορητηρίου ...

Nachtragsanklage

πρόσθετη κατηγορία ...

Parlamentsanklage

καταγγελία της Βουλής, ...

ανάγνωση του κατηγορητηρίου

Anklageverlesung ...

άσκηση ποινικής δίωξης της Βουλής

Parlamentsanklage ...

έγερση της ποινικής αγωγής

Anklageerhebung ...

εδώλιο του κατηγορουμένου

Anklagebank ...

εξαναγκασμός εισαγγελέα για την έγερση ποινικής αγωγής

Anklageerzwingung ...

καταγγελία

Anklage, Kündigung ...

καταγγελία της Βουλής

Parlamentsanklage ...

καταγγέλλω

anklagen, kündigen ...

κατηγορητήριο

Anklageschrift ...

κατηγορητικός

anklagend, kategorisch ...

κατήγορος

Ankläger, Anklägerin ...

κατηγορώ

anklagen, anschuldigen, beschuldigen, ...

μηνυτής

Ankläger ...

μηνύτρια

Anklägerin ...

μονοπώλιο εισαγγελέα να εγείρει ποινική αγωγή

Anklagemonopol ...

πρόσθετη κατηγορία

Nachtragsanklage ...
Zurück / Πίσω