Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Anleihe

Definitionen und Übersetzungen für Anleihe im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Anleihe στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Anleihe

δάνειο
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Anleihe

dánio
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Aktienanleihe

μετοχικό δάνειο ...

Indexanleihe

δάνειο τιμαριθμικά αναπροσαρμοζόμενο ...

Inlandsanleihe

ομολογιακό δάνειο εσωτερικού ...

Investitionsanleihe

επενδυτικό δάνειο ...

Obligationsanleihe

ομολογιακό δάνειο ...

Organleihe

δωρεά οργάνων ...

Sammelanleihen

συλλογικά ομολογιακά δάνεια ...

Wandelanleihe

μετατρέψιμο δάνειο ...

δάνειο

Anleihe, Borg, Darlehen, ...

δάνειο τιμαριθμικά αναπροσαρμοζόμενο

Indexanleihe ...

δωρεά οργάνων

Organleihe ...

επενδυτικό δάνειο

Investitionsanleihe ...

μετατρέψιμο δάνειο

Wandelanleihe ...

μετοχικό δάνειο

Aktienanleihe ...

ομολογιακό δάνειο

Obligationsanleihe ...

ομολογιακό δάνειο εσωτερικού

Inlandsanleihe ...

συλλογικά ομολογιακά δάνεια

Sammelanleihen ...
Zurück / Πίσω