Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Anstalt

Definitionen und Übersetzungen für Anstalt im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Anstalt στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Anstalt

ίδρυμα, οργανισμός, κατάστημα
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Anstalt

ídryma, organismós, katástima
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

BfA

siehe 1. Bundesanstalt ...

Bundesanstalt

Ομοσπονδιακό Ίδρυμα ...

Bundesanstalt für Arbeit

Ομοσπονδιακός Οργανισμός Εργασίας ...

Bundesversicherungsanstalt

Ομοσπονδιακό Ίδρυμα Ασφαλίσεων ...

Bundesversicherungsanstalt für Angestellte

ομοσπονδιακό ίδρυμα ασφαλίσεων ...

Entziehungsanstalt

ειδικό κατάστημα θεραπείας ...

Heilanstalt

κατάστημα θεραπείας, θεραπευτήριο ...

IKA

ΙΚΑ = Ίδρυμα ...

Irrenanstalt

ψυχιατρείο ...

Jugendstrafanstalt

φυλακές ανηλίκων ...

Justizvollzugsanstalt

φυλακή, σωφρονιστικό κατάστημα ...

Strafanstalt

κατάστημα έκτισης ποινών, ...

Straffvollzugsanstalt

σωφρονιστικό κατάστημα ...

Strafvollzugsanstalt

σωφρονιστικό κατάστημα ...

Vollzugsanstalt

σωφρονιστικό κατάστημα ...

ειδικό κατάστημα θεραπείας

Entziehungsanstalt ...

θεραπευτήριο

Heilanstalt ...

ίδρυμα

Anstalt, Heim, Stiftung ...

ΙΚΑ

Abk. für Ίδρυμα ...

κατάστημα

Anstalt, Geschäftsraum, Laden ...

κατάστημα έκτισης ποινών

Strafanstalt ...

κατάστημα θεραπείας

Heilanstalt ...

ομοσπονδιακό ίδρυμα

Bundesanstalt ...

ομοσπονδιακό ίδρυμα ασφαλίσεων ιδιωτικών υπαλλήλων

Bundesversicherungsanstalt für Angestellte ...

οργανισμός

Anstalt, Körperschaft, Korporation, ...

σωφρονιστήριο

Strafanstalt ...

σωφρονιστικό κατάστημα

Justizvollzugsanstalt, Strafvollzugsanstalt, Vollzugsanstalt, ...

φυλακές ανηλίκων

Jugendstrafanstalt ...

φυλακή

1. Gefängnis, Haftanstalt, ...

ψυχιατρείο

Irrenanstalt ...
Zurück / Πίσω