Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Anteil

Definitionen und Übersetzungen für Anteil im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Anteil στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Anteil

μερίδιο, μερίδα, συμμετοχή
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Anteil

merídio, merída, symmetochí
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

anteilig

ποσοστιαίως, αναλογικώς ...

Anteilseigner

μέτοχος, εταίρος, ο ...

Anteilseignerin

μέτοχος, εταίρος ...

Anteilsschein

τίτλος συμμετοχής ...

Arbeitgeberanteil

συμμετοχή του εργοδότη ...

Erbanteil

κληρονομικό μερίδιο ...

Geschäftsanteil

εταιρικό / εμπορικό ...

Gesellschaftsanteil

εταιρικό μερίδιο ...

Gewinnanteil

μερίδιο στα κέρδη, ...

ideeller Anteil

ιδανικό μερίδιο ...

Inhaberanteilsschein

ανώνυμος τίτλος συμμετοχής ...

Kapitalanteil

μερίδα / μερίδιο ...

Marktanteil

μερίδιο αγοράς ...

Quotenanteil

ποσοστιαίο μερίδιο ...

αναλογικώς

anteilig ...

ανώνυμος τίτλος συμμετοχής

Inhaberanteilsschein ...

εξαγορά εταιρικών μεριδίων

Aufkauf von Anteilen, ...

εταιρικό μερίδιο

Gesellschaftsanteil ...

εταίρος

Anteilseignerin, Gesellschafterin, Partnerin ...

ιδανικό μερίδιο

ideeller Anteil ...

κληρονομικό μερίδιο

Erbanteil ...

κλήρος

1. Auslosung, (Lotterie-) ...

μερίδα

Anteil, Portion ...

μερίδα κεφαλαίου

Kapitalanteil ...

μερίδα συμμετοχής

Beteiligungsanteil, Stammeinlage ...

μερίδιο

Anteil ...

μερίδιο αγοράς

Marktanteil ...

μερίδιο κεφαλαίου

Kapitalanteil ...

μερίδιο σε επιχείρηση

Geschäftsanteil ...

μερίδιο στο κέρδος

Gewinnanteil ...

μεριδιούχος

Anteilsinhaber, Anteilsberechtigter (Erbrecht: ...

μέρος

(Plural: τα ...

μέτοχος

Aktionär, Aktionärin, Anteilseigner, ...

μοίρα

Anteil, Erbteil, math.: ...

ποσοστιαίο μερίδιο

Quotenanteil ...

ποσοστιαίως

anteilig ...

ποσοστό αναπλήρωσης

Ergänzungsanteil, Ersatzquote, Rentenersatzquote ...

συμμετοχή

Anteil, Beteiligung, Mitwirken, ...

συμμετοχή του εργοδότη

Arbeitgeberanteil ...

τίτλος συμμετοχής

Anteilsschein ...
Zurück / Πίσω