Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Anweisung

Definitionen und Übersetzungen für Anweisung im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Anweisung στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Anweisung

έκταξη
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Anweisung

éktaxi
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Anweisungsempfänger

λήπτης της έκταξης ...

Anweisungsempfängerin

λήπτρια της έκταξης ...

Bankanweisung

τραπεζική έκταξη /εντολή ...

Dienstanweisung

κανονιστική πράξη νομικού ...

Gebrauchsanweisung

οδηγίες χρήσης ...

Postanweisung

ταχυδρομική εντολή ...

Zahlungsanweisung

ένταλμα πληρωμής, εντολή ...

έκταξη

Anweisung ...

λήπτης της έκταξης

Anweisungsempfänger ...

λήπτρια της έκταξης

Anweisungsempfängerin ...

οδηγίες χρήσης

Bedienungsanleitung, Gebrauchsanweisung ...

πληρεξούσιο με ειδικότερες εντολές

Einzelvollmacht, Spezialvollmacht, Vollmacht ...

ΠΟΛ

Abkürzung für πολυγραφημένη ...

πολυγραφημένη διαταγή

vervielfältigte Anweisung, Runderlass, ...

ταχυδρομική εντολή

Postanweisung ...

τραπεζική έκταξη

Bankanweisung ...
Zurück / Πίσω