Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

Anwesen

Definitionen und Übersetzungen für Anwesen im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για Anwesen στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

Anwesen

ιδιοκτησία, κτήμα
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

Anwesen

idioktisía, ktíma
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

anwesend

παρών ...

Anwesende

παρούσα ...

Anwesender

παρών ...

Anwesenheit

παρουσία ...

Gegenwart

παρουσία (Anwesenheit), παρόν ...

αγρόκτημα

(ländliches / landwirtschaftliches) ...

κτήμα

Anwesen, Grundstück, Hof ...

κτήμα γαιοκτήμονα

Anwesen eines Grundbesitzers, ...

παρούσα

Anwesende ...

παρουσία

Anwesenheit, Beiwohnung, Gegenwart ...

παρών

Anwesender ...
Zurück / Πίσω